Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Η «Αιρετική Λύση» του Λυγερού και η πολιτική της απελευθέρωσης…


Του Αλέκου Μιχαηλίδη

Όπως αναφέρει στον πρόλογο του νέου του συγγράμματος, Κυπριακό: Η Αιρετική Λύση, ο Σταύρος Λυγερός, «το βιβλίο αυτό γράφτηκε με την αμυδρή ελπίδα ότι μπορεί να συμβάλει στην έναρξη της ζωτικά αναγκαίας εθνικής συζήτησης για την αναθεώρηση στρατηγικής από μηδενική βάση στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών». Για αυτόν ακριβώς τον λόγο σημειώνονται κι αυτές οι γραμμές, την ώρα που η Τουρκία διενεργεί μια νέα εισβολή κατά της Κύπρου.

Ο δημοσιογράφος Σταύρος Λυγερός, γνωστός στο νησί για τον αγώνα που έδωσε κατά του Σχεδίου Ανάν, παρουσιάζει στο βιβλίο, που εκδόθηκε πριν από λίγο καιρό, μία πρόταση (όχι καινούργια) για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Πάνω σε αυτό πρόκειται να σταθούμε κι όχι σε ολόκληρο το βιβλίο, ακριβώς επειδή δεν είμαστε βιβλιοκριτικοί.

Αναφέρεται, λοιπόν, σε ένα «βελούδινο ημιδιαζύγιο», το οποίο αντιπαραθέτει στη λύση τύπου Ανάν και που, κατά την άποψή του, παντρεύει τα «θέλω» Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Η αλήθεια είναι πως ο Λυγερός μιλά με επιχειρήματα και όντως προτείνει μία λύση. Η πρόταση είναι όντως «αιρετική», καθώς, όπως σημειώνει ο συγγραφέας, επιδιώκει να σπάσει τα ταμπού τεσσάρων δεκαετιών.

Ο Σταύρος Λυγερός ξεκινά το πόνημά του με μια σοβαρή και διόλου αδιάφορη επισήμανση. Όπως γράφει στον πρόλογό του, την ημέρα της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος για το σχέδιο Ανάν, επισκέφθηκε τον Τάσσο Παπαδόπουλο και του έθεσε το ζήτημα της διαχείρισης του «ΟΧΙ». Ασφαλώς, ένα από τα πολλά για τα οποία πληρώνουμε ακόμα, εξαιτίας του οποίου βρισκόμαστε προ των πυλών για ένα νέο σχέδιο Ανάν, είναι αυτό. Το ότι δηλαδή έγινε μηδενική διαχείριση του «ΟΧΙ» του 76%. Μετά την απόρριψη του διχοτομικού σχεδίου επιστρέψαμε ξανά στην ίδια διαπραγματευτική βάση. Μάλιστα, ο συγγραφέας επισημαίνει ότι σήμερα θα είναι πολύ πιο δύσκολο να απορρίψουμε ένα σχέδιο τύπου Ανάν και λόγω της κρίσης και λόγω της παρουσίας του Αναστασιάδη στην προεδρία της Δημοκρατίας.

Να προχωρήσουμε όμως στην ουσία του βιβλίου, στην οποίαν και ο ίδιος ο Λυγερός αφιέρωσε τον χρόνο του. Το κεφάλαιο ΙΙΙ της έκδοσης, με τίτλο «Η αυταπάτη της επανενοποίησης και το βελούδινο ημιδιαζύγιο», περιέχει την πρόταση του συγγραφέα για την επίλυση του Κυπριακού.

Ο συγγραφέας ξεκινά το κεφάλαιο υποστηρίζοντας πως πρέπει να αναθεωρηθεί η στρατηγική από μηδενική βάση λέγοντας ότι «(Αναθεώρηση στρατηγικής) σημαίνει απεγκλωβισμό των πολιτικών ελίτ στη Λευκωσία και στην Αθήνα από τα στερεότυπα 40 ετών, τα οποία συντηρούν αυταπάτες. […] Σημαίνει ειδικά εγκατάλειψη του στερεότυπου που φέρει τον τίτλο “δικοινοτική διζωνική ομοσπονδία” και το οποίο πρακτικά οδηγεί σε λύσεις τύπου Ανάν», ενώ παρουσιάζει επιγραμματικά τους λόγους για τους οποίους οι επιλογές των Ελληνοκυπρίων είναι περιορισμένες και επώδυνες αυτήν τη στιγμή, εμμένοντας στα τετελεσμένα που έχει δημιουργήσει η κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου.
Ακολούθως, ασκεί κριτική στους «απορριπτικούς», λέγοντας ότι η επανατοποθέτηση του Κυπριακού σε αντικατοχική βάση «δεν έχει πλέον διπλωματικά περιθώρια επιτυχίας». Όμως, κατά τη δική μας άποψη, τα ταμπού τεσσάρων δεκαετιών μετέτρεψαν το Κυπριακό από ζήτημα εισβολής και κατοχής σε δικοινοτικό πρόβλημα και αυτό είναι που «αναγκάζει» τους ηγέτες μας να συζητούν στην ίδια διαπραγματευτική βάση και να προωθούν ένα σχέδιο τύπου Ανάν. Οπότε η επανατοποθέτηση σε αντικατοχική βάση κρίνεται αναγκαία, ούτως ώστε να σταματήσει η Κύπρος να βρίσκεται στη θέση του θύτη και να μπει επιτέλους εκεί η Τουρκία. Φυσικά, αυτό πρέπει να γίνει με σοβαρές προσπάθειες κι όχι μόνο στο «ρητορικό επίπεδο», στο οποίο αναφέρεται ο Λυγερός.


Ο συγγραφέας συνεχίζει για την επανατοποθέτηση και αναφέρει ότι είναι αδύνατον να γίνει όταν οι ΗΠΑ και η Βρετανία επιμένουν ότι το Κυπριακό αποτελεί δικοινοτικό ζήτημα, ενώ στρέφεται προς όσους προτείνουν την επανατοποθέτηση υποστηρίζοντας ότι «ζητούν την υιοθέτηση ενός νέου σύγχρονου Συντάγματος, το οποίο θα προβλέπει την αρχή “ένας πολίτης, μία ψήφος”. Οι Τουρκοκύπριοι θα απολαμβάνουν, όπως όλοι, τα ανθρώπινα δικαιώματα και επιπροσθέτως μειονοτικά δικαιώματα». Ο ίδιος θεωρεί τη λύση αυτή μη ρεαλιστική, για τον λόγο ότι οι Τ/Κ αναβαθμίστηκαν σε κοινότητα με τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, ενώ το 1983 απέκτησαν δική τους κρατική δομή.

Η ουσία του βιβλίου έρχεται μετά, στο υποκεφάλαιο με τίτλο «Το βελούδινο ημιδιαζύγιο». Ο Σταύρος Λυγερός, κάνοντας το λάθος, κατά την άποψή μας, να βάζει το σχέδιο τύπου Ανάν και τη λύση δύο κρατών σε αντίθετα σημεία, προτείνει το δεύτερο. Επιδιώκει δε να «παντρέψει» τα «θέλω» των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων, μάλλον χωρίς να συνειδητοποιεί ότι οι δεύτεροι δεν είναι μόνοι τους στον Βορρά, αλλά με ολόκληρη Τουρκία, η οποία δεν πρόκειται να φύγει τόσο εύκολα από την Κύπρο και ούτε βέβαια μετά τη λύση που προτείνει.

Στο βιβλίο παρουσιάζεται και μία συμφωνία-πακέτο, ένα «αδιάσπαστο σύνολο σημείων» που θα προβλέπει το «βελούδινο ημιδιαζύγιο».

Αρχικά, ο Σταύρος Λυγερός αναφέρει ότι «Η Κυπριακή Δημοκρατία θα μετεξελιχθεί στα δύο κυπριακά κράτη και θα εκχωρήσει σ’ αυτά την κυριαρχία της». Ένα τρομερό λάθος που κάνει ο συγγραφέας είναι το ότι θεωρεί πως με την αναγνώριση ενός τουρκοκυπριακού κράτους στον Βορρά, οι Τουρκοκύπριοι θα απεξαρτηθούν από την Τουρκία, πράγμα αδιανόητο. Ούτως ή άλλως, με το Σχέδιο Ανάν επικυρωνόταν η διχοτόμηση, όπως επίσης με οποιανδήποτε λύση «διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας» και όπως ακριβώς με τη λύση δύο κρατών του Λυγερού. Ποιος εγγυάται ότι το «κράτος των Τουρκοκυπρίων» θα είναι ανεξάρτητο από την Τουρκία και θα διατηρεί στενούς δεσμούς με το «κράτος των Ελληνοκυπρίων»; Κανείς. Ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε το ΝΑΤΟ ούτε ο ΟΗΕ.

Εν πάση περιπτώσει, το βιβλίο συνεχίζει ως εξής: «Στον ΟΗΕ και σ’ όλους τους άλλους διεθνείς οργανισμούς το ελληνοκυπριακό και το τουρκοκυπριακό κράτος θα συμμετέχουν ως ξεχωριστά κράτη». Δηλαδή, η λύση δύο κρατών θα επικυρώσει τα τετελεσμένα της εισβολής, η διχοτόμηση θα γίνει de jure, όπως ακριβώς με το σχέδιο Ανάν.

Το «έδαφος αντί αναγνώρισης» που προβάλλεται στην επόμενη παράγραφο αποτελεί στην ουσία αυτό που επρόκειτο να συμφωνηθεί, αν δεν εισέβαλε το «Μπαρμπαρός» στην κυπριακή ΑΟΖ. Η προώθηση της «Αμμοχωστοποίησης» αποτελούσε τον προθάλαμο μίας επικείμενης αναγνώρισης του ψευδοκράτους. Τα «ξεχάστε την Κερύνεια» του Τορναρίτη, το παράνομο αεροδρόμιο της Τύμπου που θα νομιμοποιείτο οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια στο δόγμα «έδαφος αντί αναγνώρισης».

Επιπλέον, η αναφορά στην ιθαγένεια –«Τα δύο κυπριακά κράτη θα έχουν τη δική τους ιθαγένεια, δική τους κυριαρχία και κατ’ επέκτασιν τα προβλεπόμενα από το διεθνές δίκαιο κυριαρχικά δικαιώματα»– παραπέμπει προφανώς (με ελάχιστα διαφορετικούς όρους) στο κοινό ανακοινωθέν του Αναστασιάδη με τον Έρογλου, σύμφωνα με το οποίο «θα υπάρχει μία και μόνη κυπριακή ιθαγένεια που θα ρυθμίζεται από την Κυπριακή Νομοθεσία. Όλοι οι πολίτες της Ενωμένης Κύπρου θα είναι επίσης πολίτες είτε της Ε/κ συνιστώσας πολιτείας είτε της Τ/κ συνιστώσας πολιτείας», πράγμα εξαιρετικά επικίνδυνο για όσους θέλουν λύση και πραγματική δικαίωση κι όχι «ξεμπέρδεμα» με το Κυπριακό.

Στο κοινό ανακοινωθέν, αλλά και σε όλα τα σχέδια ή προσχέδια λύσης, «παραπέμπει» και το επόμενο σημείο των προτάσεων του Σταύρου Λυγερού, κατά το οποίο στην ιδρυτική συνθήκη θα περιλαμβάνεται μη αναθεωρητέα διάταξη που θα απαγορεύει στα δύο κυπριακά κράτη να συνάψουν διμερείς συμφωνίες με τρίτα κράτη «για προνομιακές σχέσεις σε επίμαχους τομείς όπως π.χ. συμφωνίες για στρατιωτική συμμαχία, για εγκαθίδρυση στρατιωτικών βάσεων και βεβαίως για οποιαδήποτε μορφή κρατικής ένωσης». Στο κοινό ανακοινωθέν της 11ης Φεβρουαρίου αναφέρεται ότι «Ένωση πλήρως ή εν μέρει με οποιαδήποτε άλλη χώρα ή διχοτόμηση ή οποιαδήποτε αλλαγή στις πρόνοιες των συμφωνηθέντων μονομερώς απαγορεύεται».

Ο συγγραφέας κάνει λόγο και για μια άλλη μη αναθεωρητέα διάταξη, «η οποία θα προβλέπει μια ειδική σχέση μεταξύ του ελληνοκυπριακού και του τουρκοκυπριακού κράτους». Αυτό που δεν γίνεται κατανοητό είναι το πώς θα ωφελήσει τον τόπο η μετατροπή της de facto διχοτόμησης σε de jure. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Ο Λυγερός, στην προσπάθειά του να προτείνει μία λύση που, κατά τη δική του άποψη, αντικρούει το σχέδιο Ανάν και τη ΔΔΟ, περιπλέκεται στην «αθηναϊκή» φράση «να τελειώνουμε με το Κυπριακό» ή στο «να σώσουμε ό,τι σώζεται».


Το σημείο στο οποίο στέκεται αρκετά είναι το θέμα της ΕΕ. «Τα δύο κυπριακά κράτη», γράφει, «θα συγκροτήσουν μια ένωση (ένα είδος Κυπριακής Συμπολιτείας), με αποκλειστικό σκοπό τη συμμετοχή τους στην ΕΕ με κοινό καπέλο, με μία ψήφο». Αλλά, το πρόβλημα έρχεται παρακάτω. Σε όλα τα κοινοτικά όργανα θα συμμετέχουν και ο Ελληνοκύπριος και ο Τουρκοκύπριος εκπρόσωπος, αλλά με μία ψήφο. […] Εάν διαφωνούν, η ψήφος της “Κυπριακής Συμπολιτείας” θα θεωρείται “ουδέτερη”, ώστε να μην παρεμποδίζεται η λήψη απόφασης». Αυτό ίσως να θυμίζει την τριετία 1960-1963, όπου, εξαιτίας της άσκησης βέτο του Τουρκοκύπριου αντιπροέδρου και των βουλευτών, δεν λειτουργούσε καν το νεοσύστατο κυπριακό κράτος. Θέλουμε να πούμε πως εάν τυχόν η γραμμή των Τουρκοκυπρίων παραμένει «τουρκική», δεν θα λειτουργεί καθόλου η «Κυπριακή Συμπολιτεία».

Παράλληλα, στο βιβλίο σημειώνεται και το θέμα των εγγυητριών δυνάμεων, με σαφή αναφορά στην Άγκυρα. «Τον ρόλο των εγγυητριών δυνάμεων θα τον αναλάβουν από κοινού η ΕΕ και το ΝΑΤΟ, ώστε να μην μπορεί η Άγκυρα να ισχυριστεί ότι αποκλείεται». Με λίγα λόγια, η χώρα που κατέχει σήμερα το 37% του νησιού θα διατηρηθεί στη θέση της εγγυήτριας δύναμης μέσω της συμμετοχής της στο ΝΑΤΟ.

Το περιουσιακό, που αποτελεί ένα από τα ζητήματα που δύσκολα μπαίνουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, «λύνει» με μία παράγραφο ο Σταύρος Λυγερός. «Οι Ελληνοκύπριοι θα ανακτήσουν τις περιουσίες τους στο τουρκοκυπριακό κράτος και οι Τουρκοκύπριοι στο ελληνοκυπριακό. Θα ισχύσει το δικαίωμα κάθε πολίτη χώρας-μέλους της ΕΕ να έχει ιδιοκτησία στις άλλες χώρες-μέλη». Από τουρίστες (που είμαστε τώρα) μετανάστες δηλαδή. Ή, πιο πιθανό, να πουληθούν όλες οι ελληνοκυπριακές περιουσίες στα κατεχόμενα (ή στο τουρκοκυπριακό κράτος).

Αναγνωρίζει, ο Λυγερός, πως «κανείς Έλληνας πατριώτης δεν θα ήθελε τη διχοτόμηση» και ότι «το σχέδιο Ανάν καθιστά τη διχοτόμηση de jure, και μάλιστα με δυσμενέστερους όρους. Όμως, γιατί προτείνει κι ο ίδιος την de jure διχοτόμηση, ως αντιστάθμισμα στην επιβολή ενός σχεδίου τύπου Ανάν;

Παρακάτω επισημαίνει ορθώς τις διατάξεις του σχεδίου Ανάν σύμφωνα με τις οποίες δεν ήταν λειτουργικό, αλλά και το γιατί θα δημιουργούσε όχι μία ομοσπονδία, αλλά ένα ιδιότυπο και στρεβλό καθεστώς. Βέβαια, είναι γνωστό ότι επικρατούσε και επικρατεί η «αυταπάτη της επανενοποίησης» μέσω της ΔΔΟ, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τη λύση που προτείνει ο ίδιος. Δηλαδή, θεωρεί πως τα δύο κράτη θα συνεννοούνται και θα είναι ανεξάρτητα, μακριά από εγγυήτριες δυνάμεις. Αυτό είναι αυταπάτη. Η μηδενική βάση και τα δύο κράτη, που υποστηρίζει ο συγγραφέας, δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην κάτι διαφορετικό από την αναγνώριση της «ΤΔΒΚ».


Οι γραμμές αυτές δεν γράφονται ούτε επειδή ονειροπολούμε για μια εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση ούτε γιατί η λύση για εμάς είναι να καθόμαστε στο λιμάνι της Κερύνειας και να ανεμίζουν οι ελληνικές σημαίες πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Οι γραμμές σημειώνονται ακριβώς επειδή το «βελούδινο ημιδιαζύγιο», η λύση δύο κρατών, αποτελεί τη ρητορική και της Άγκυρας, όπως αναφέρει και ο Λυγερός. Υποστηρίζει δε πως με αυτήν την πρόταση «θα εγκλωβιστεί η Τουρκία στη δική της ρητορική», χωρίς να σκέφτεται ότι εμείς είμαστε αυτοί που θα εγκλωβιστούμε, όπως ακριβώς παθαίνουμε τα τελευταία 40 χρόνια με τη «διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία», με το σχέδιο Ανάν, με το «εκάμαμεν τζι εμείς πολλά», με τα ταμπού και τα ενοχικά σύνδρομα.

Σίγουρα, οι γραμμές δεν σημειώνονται για να κατακρίνουμε τον Σταύρο Λυγερό. Όντως, προσέφερε πολλά στον αγώνα της Κύπρου από το δικό του μετερίζι. Γίνεται μια προσπάθεια, όμως, να ανοίξει μια συζήτηση και να τελειώσει μια και καλή η σκέψη για «λύση δύο κρατών», όπως επιτέλους πρέπει να τελειώσει και η σκέψη για «λύση τύπου σχεδίου Ανάν» ή για λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Το δόγμα «αυτοί από ’κεί κι εμείς από ’δώ» δεν εκφράζει την πλειοψηφία του κυπριακού Ελληνισμού.

Η διχοτόμηση, η de jure στην προκειμένη περίπτωση, δεν εγγυάται την επιβίωση του λαού. Και όχι τόσο την εθνική επιβίωση, όσο τη φυσική. Δεν μπορεί να εγγυηθεί κανείς, ούτε η ΕΕ ούτε το ΝΑΤΟ, πως τα δύο κράτη θα ζουν αρμονικά πλάι πλάι και θα καπνίσουμε επιτέλους την πίπα της ειρήνης στα επίσημα «σύνορά» μας.

Ασφαλώς και δεν είμαστε σε θέση να προτείνουμε μια κάποια λύση, ούτε έχουμε μάλλον τις γνώσεις του Σταύρου Λυγερού. Όμως, είμαστε σε θέση να υποστηρίξουμε με όλη μας τη φωνή και τη δύναμη πως η βόρεια Κύπρος αποτελεί κατεχόμενο ελληνικό έδαφος, η Τουρκία πρέπει να αναγκαστεί να αποχωρήσει από το νησί κι εμείς να συντρίψουμε τη λογική της διχοτόμησης, είτε μέσω σχεδίων είτε μέσω του «εδάφους αντί αναγνώρισης». Θα είναι εγκληματικό η Κερύνεια, η Μόρφου, η Καρπασία, η μισή Λευκωσία να γίνουν «θυσία σε βρώμικο βωμό» προκειμένου να «μη χάσουμε τα λίγα». Η πολιτική της απελευθέρωσης και επανατοποθέτησης του Κυπριακού σε αντικατοχική βάση μπορεί και πρέπει να υιοθετηθεί από τις ηγεσίες σε Κύπρο και Ελλάδα αλλά και από την ίδια την κοινωνία. Χωρίς το βόρειο τμήμα του νησιού, όπως και χωρίς την Ελλάδα, είμαστε χαμένοι από χέρι. Δεν ζούμε ούτε στο Σαν Μαρίνο ούτε στη Μάλτα ούτε στη Γροιλανδία ούτε στα Νησιά Φαρόε, ευτυχώς ή δυστυχώς. Κατοικούμε στην εσχατιά του Ελληνισμού, στο νοτιοανατολικότερο άκρο της Ευρώπης, στην Ανατολική Μεσόγειο, δίπλα από τη Μέση Ανατολή και κάτω από τη νεοοθωμανική Τουρκία. Είναι καιρός να το συνειδητοποιήσουμε…

Αλέκος Μιχαηλίδης

Εκ Καραβά της Επαρχίας Κερύνειας

9 Νοεμβρίου 2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.