Τρίτη, 7 Ιουλίου 2015

Περί του δικού μας OXI στο δημοψήφισμα


Των Γιώργου Κουτσαντώνη και Μιχάλη Θεοδοσιάδη

Για πολλούς από εμάς που οραματιζόμαστε μια κοινωνία ισότητας, ελευθερίας, και δικαιοσύνης – δηλαδή δημοκρατίας -, η διενέργεια του δημοψηφίσματος ήρθε να ταράξει τα ήσυχα νερά (έτσι όπως «ησύχασαν» από το 2011 μέχρι σήμερα) της θεωρητικής προσέγγισης ενός οράματος που ως προτάγμα είναι κάτι που επιθυμούμε να λάβει σάρκα και οστά. Ένα πρόταγμα που – επί της αρχής – έχει την ιδιότητα η έκβασή του να μην είναι a priοri γνωστή (σε αντίθεση με τα παρωχημένα και χρεοκοπημένα ιδεολογικά ρεύματα του προηγούμενου αιώνα) ακριβώς γιατί κάτι τέτοιο θα αυτό-αναιρούσε τις αξίες και τα επιχειρήματά του. Αναφορικά, βέβαια, με το τώρα και το σήμερα, το θεωρητικό κομμάτι της (άμεσης) δημοκρατίας συντίθεται από μια σειρά στοιχείων και αξιών αυτού του αρχαίου αθηναϊκού πολιτεύματος όπου το δημοψήφισμα δεν υπήρχε ως πρακτική, όπως σωστά επισημαίνει ο Γιώργος Ν. Οικονόμου:
«Η άμεση δημοκρατία, δηλαδή η δημοκρατία, δεν έχει δημοψηφίσματα, αλλά τακτικές και έκτακτες συνελεύσεις των πολιτών, οι οποίοι συμμετέχουν άμεσα, διαβουλεύονται, συζητούν, εκθέτουν τις απόψεις τους, επιχειρηματολογούν ελεύθερα, με ισότητα, παρρησία, ισηγορία και στο τέλος αποφασίζουν. Έτσι γινόταν στην αθηναϊκή δημοκρατία»
Είναι λοιπόν αλήθεια ότι μέσω του σημερινού δημοψηφίσματος – όπως και κάθε δημοψηφίσματος που διεξάγεται από τα πάνω  – επιχειρείται με έμμεσο έστω τρόπο να εργαλειοποιηθεί η λαϊκή ετυμηγορία, πράγμα που δημιουργεί μια ατμόσφαιρα δυσπιστίας, καθώς αρκετοί πιστεύουν ότι στην ουσία η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ προσπαθεί να μετακυλήσει τις αδυναμίες της και την αδιέξοδη θέση στην οποία έχει περιέλθει (σαφέστατα και με δική της ευθύνη και, κυρίως, με την εγκληματική ευθύνη των προηγούμενων κυβερνήσεων) στις πλάτες του ελληνικού λαού, επενδύοντας στον εθνικό διχασμό που αναδύεται μέσα από συναισθήματα μίσους και πόλωσης όπου τα θύματα είναι πάντα οι πιο αδύναμοι.
Η τοποθέτηση αυτή, αν και θα μπορούσε να θεωρηθεί βάσιμη, ως ένα βαθμό, επισκιάζει ένα άλλο υπαρκτό πρόβλημα: οι κοινωνικές αντιθέσεις όχι μόνο δεν έχουν εξαλειφθεί, αλλά αντιθέτως έχουν διευρυνθεί τα τελευταία πέντε χρόνια μέσω της επιβολής του ιδεολογήματος της μή εναλλακτικής λύσης – Washington Consensus (TINA) -, κάτι που δεν μας επιτρέπει να μιλάμε έτσι απλά για «εθνική ενότητα», παραβλέποντας το ότι εντός της κοινωνίας υπάρχουν καταπιεστές και καταπιεζόμενοι, άνθρωποι που δεν είναι πλέον σε θέση να εξασφαλίσουν ούτε τα απαραίτητα για τη διαβίωσή τους. Δικαιολογημένα τα ποσοστά του ΟΧΙ φαίνονται αυξημένα σε όλους αυτούς που έχουν πληγεί από τις πολιτικές του ΤΙΝΑ, οι οποίες ως επί τω πλείστον, εκπροσωπούνται από διακρατικές υπερδομές, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Ευρωπαϊκή Ένωση. 

Άλλωστε, ο ρόλος αυτών που καρπώνονται την υπερσυσσώρευση, τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και στην Ελλάδα, είναι γνωστός σε όλους μας, ενώ οι μεσαίοι, πείθονται να μείνουν υποταγμένοι στο όνειρο της ανάδυσης και του πλουτισμού, και στρέφονται εναντίων των ισοδύναμων και ομοίων τους, αντί να στοχεύουν στην αποδυνάμωση των ισχυρών και προς όφελος των αδυνάμων, καταπολεμώντας έτσι την αυξανόμενη ανισότητα. Την ίδια στιγμή, η κρίση δανεισμού και η διάλυση του κοινωνικού ιστού είναι το αποτέλεσμα της παραπάνω δυναμικής των κοινωνικών τάξεων και των συστηματικών πολιτικών αποφάσεων των κυβερνήσεων που υπηρέτησαν πλήρως το δόγμα του TINA. Ταυτόχρονα, η αδράνεια της αριστερής αντιπολίτευσης σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης – προσηλωμένη σε σοσιαλδημοκρατικό λόγο, δίχως κίνημα και βάση – συνθέτει με τη σειρά της την πραγματικότητα που ζούμε σε τούτη τη χώρα. Μια πραγματικότητας όπου το δόγμα TINA τείνει να καταστεί θρησκεία την οποία ή αποδέχεσαι ή αφανίζεσαι.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, από την άλλη, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ως οδοστρωτήρας στις εγχώριες οικονομίες, εξαλείφει ταυτόχρονα την ισχύ ακόμα και των εθνικών κοινοβουλίων (τα οποία – έστω και σε ελάχιστο βαθμό – μπορούσαν να εγγυηθούν μια, έστω και κατ’ επίφαση δικαιοσύνη, εξασφαλίζοντας μερικές ελευθερίες, μαζί και τη μέριμνα για συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες). Έτσι, η σημερινή Ευρώπη ουδεμία σχέση έχει με την Ευρώπη της εποχής των μεγάλων κοινωνικών αγώνων, που έθεσαν τα πρώτα θεμέλια για την επίτευξη της κοινωνικής ασφάλειας. Σαφέστατα και δεν υφίσταται κανένα σπέρμα πλέον δημοκρατίας μέσα σε τούτο τον καταστροφικό τεχνοφασισμό, ενώ την ίδια στιγμή η δημοκρατία που βασίστηκε στην αρχαία ελληνική αυτοθέσμιση (μαζί και ο πολιτικός προβληματισμός που παρήγαγε), στο ξύπνημα των πόλεων στα τέλη του μεσαίωνα και στην Αναγέννηση (βλ. Φλωρεντία), στη Γαλλική Επανάσταση, στο εργατικό κίνημα του 19ου αιώνα, υποχωρεί μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο. Θεωρούμε πώς είναι ξεκάθαρο ότι ο πραγματικός σκοπός της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι να απομονώσει, να τιμωρήσει και υποτάξει τους πιο αδύναμους πολίτες της χώρας, τερματίζοντας έτσι οποιαδήποτε προοπτική αντίστασης στη νεοφιλελεύθερη κυριαρχία στην ήπειρο.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο κοινοβουλευτισμός και η δημοκρατία δεν είναι έννοιες ταυτόσημες! Ωστόσο, είναι δύσκολο στη δεδομένη συγκυρία να υιοθετήσουμε «ουδέτερη» στάση, ιδίως τη στιγμή που εκατομμύρια πολίτες σε όλη την Ευρώπη ποντάρουν και οι ίδιοι πάνω στη νίκη του ΟΧΙ, φοβούμενοι ότι αργά ή γρήγορα οι πολιτικές λιτότητας θα εξαθλιώσουν και τις δικές τους κοινωνίες (αλλά για να ξεκαθαρίσουμε, ωστόσο, ένα πολύ βασικό ζήτημα: με τίποτα δεν θα πρέπει να συγχέουμε την επικράτηση του ΟΧΙ με την ήττα του ΤΙΝΑ: απεναντίας, πρόκειται για μια έκφραση απόρριψης μιας πολιτικής εκδικητικού χαρακτήρα και μόνο). Η αποχή είναι ουδέτερη στάση εκτός των άλλων και δεδομένου του γεγονότος ότι το προβλεπόμενο ποσοστό του 60% που προβλέπεται από το Σύνταγμα (ώστε να καταστεί άκυρο το δημοψήφισμα) είναι αδύνατο να επιτευχθεί. Αυτή η στάση αποχής είναι ασφαλώς ξεκάθαρη πολιτική θέση αλλά στην υπάρχουσα συγκυρία δεν μας βρίσκει σύμφωνους καθώς συνθέτει περισσότερο έναν επαναστατικό ιδεαλισμό παρά μια στάση με το βλέμμα στο πραγματικό αύριο για το οποίο θα κληθούμε να αγωνιστούμε. 

Όπως, σαφέστατα, υποστηρίζει και ο Θοδωρής Καρυώτης  στο σχετικό του κείμενο, θεωρούμε ότι ένα ενδεχόμενο ΝΑΙ στο δημοψήφισμα της Κυριακής θα αποτελέσει σημαντικό πλήγμα για τους λαϊκούς αγώνες του παρελθόντος. Πολύ περισσότερο, όμως, θα σημάνει μια ηθική δικαίωση για τους υποστηρικτές της λιτότητας, μια νέα επίθεση στα κοινωνικά κεκτημένα και μια ευκαιρία για την ευρωπαϊκή γραφειοκρατία να παρέμβει στην αστική πολιτική ζωή της χώρας, οργανώνοντας ένα (μεταμοντέρνου τύπου) κοινοβουλευτικό πραξικόπημα, εγκαθιστώντας μια δουλοπρεπή τεχνοκρατική κυβέρνηση, όπως αυτή του Παπαδήμου το 2011, πράγμα που ξεπερνά τη σφαίρα της κοινοβουλευτικής δυστοπίας, καθώς νομιμοποιεί ακόμα και τον πιο σκληρό αστικό αυταρχισμό, στα πλαίσια της υπογραφής νέων μνημονίων κατανόησης (και όχι απλά μνημονίου) για πολιτικές μισανθρωπικής λιτότητας. Και, παρόλο που η κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας», με επικεφαλής τον ΣΥΡΙΖΑ απέχει πολύ από τις επιθυμίες μας όσον αφορά την εγγύτητα στα κοινωνικά κινήματα και στις απαιτήσεις της δημοκρατίας, όσον αφορά τη βούλησή της να αντιταχθεί στη λογική της ολιγαρχίας (άλλωστε κάτι τέτοιο είναι ασύμβατο με την έννοια της αντιπροσώπευσης), αλλά και πολύ περισσότερο σε ό,τι έχει να κάνει με την εμμονή της στο καπιταλιστικό ιδανικό της ανάπτυξης αλλά και τον φιλοευρωπαϊσμό της που, κατά βάση, πηγάζει από την φιλελεύθερη ιδέα της προόδου. Την ίδια στιγμή μια τεχνοκρατική κυβερνητική κολαούζων θα μπορούσε να είχε ακόμα πιο οδυνηρές συνέπειες στην κοινωνία, σηματοδοτώντας μια νέα σημαντική οπισθοδρόμηση σε όλους αυτούς τους τομείς.

Επομένως ένα ΟΧΙ είναι η μόνη επιλογή που μπορεί να ανοίξει πεδία παρέμβασης των κοινωνικών δυνάμεων για την υπεράσπιση των κοινών αγαθών και την οχύρωση των συλλογικών μας εγχειρημάτων, χωρίς κάτι τέτοιο να σημαίνει ότι θα πρέπει να στηρίξουμε τις θέσεις των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, ή να σταθούμε χειροκροτητές αυτών των σχηματισμών, επειδή απλά και μόνο δεν υφίσταται «κάτι άλλο στον ορίζοντα». 

Θεωρούμε ότι καθένας από εμάς ξεχωριστά είναι πολύ μικρός για να σηκώσει από μόνος του το βάρος ενός πράγματος το οποίο είναι κατεξοχήν συλλογικό. Η σημερινή κοινωνική και πολιτική κατάσταση είναι μια κατάσταση οικονομικού πολέμου και πρέπει όλοι μαζί να βρούμε τον τρόπο να αντισταθούμε στην πράξη μέσα από την καθημερινότητά μας (με αλληλεγγύη, συντροφικότητα με σθένος και δίχως μίσος) σε αυτό τον πόλεμο, δίχως να στηρίζουμε τις ελπίδες μας σε γραφειοκρατικές ηγεσίες, ποντάροντας απλά και μόνο στο «μικρότερο κακό». Αντίθετα, η μόνη ελπίδα μας είναι ο σταθερός και με ρεαλισμό αγώνας των σύγχρονων κοινωνικών δυνάμεων, για κοινωνική ισότητα, ελευθερία, αυτό-οργάνωση, άμεση δημοκρατία έξω και πέρα από δόγματα και εμμονικές ιδεολογίες. Αν σε αυτόν τον αγώνα υφίστανται μικρότερα αναχώματα, θα ήταν λάθος να τα αγνοήσουμε. Γιατί τελικά αν συνεχίσουμε να μην επιδιώκουμε την ισότητα και την ελευθερία θα συνεχίσουμε ή να επιδιώκουμε να εξουσιάζουμε ή να ανεχόμαστε να μας εξουσιάζουν.

Πηγή:http://www.artversion.eu/index.php?article161/referendum-2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.