Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

Έως που θα φτάσει η υποχώρηση;



Βρισκόμαστε σε μια ομολογουμένως υποχωρητική πολιτική απέναντι στις επιθετικές και επεκτατικές διεκδικήσεις των γειτόνων μας με αιχμή του δόρατος την τουρκική κυβέρνηση, η οποία απροκάλυπτα αγνοεί διεθνείς κανόνες και διεθνείς συνθήκες και απειλεί την εδαφική ακεραιότητα και τη ίδια την ύπαρξη της κυπριακής δημοκρατίας και όχι μόνο.Όλοι στην Κύπρο και την Ελλάδα αναρωτιούνται έως που θα φτάσει η προκλητικότητα των Τούρκων και των γειτόνων μας και η υποχωρητικότητα των Ελλήνων. Και όσον αφορά το πρώτο ερώτημα οι «αποχρώσες ενδείξεις», όπως λένε οι δικηγόροι, είναι πέρα από δεδομένες. Οι γείτονες μας Τούρκοι δεν αναγνωρίζουν την κυπριακή δημοκρατία με τα γνωστά επιχειρήματα που δεν χρειάζεται να τα επαναλαμβάνουμε. Είναι βέβαιο ότι, αν πετύχουν εκεί τον στόχο τους, έπεται με μαθηματική ακρίβεια το Αιγαίο και η Θράκη. Από την άλλη μεριά οι βόρειοι γείτονες μας Σκοπιανοί επιβουλεύονται την ελληνική Μακεδονία και οι Μεγαλοϊδεάτες Αλβανοί την Ήπειρο (Τσαμουριά, όπως την λένε) και πρόσφατα, στον χάρτη που κυκλοφορούν, έχουν βάλει και την Κέρκυρα. Δημοσίευσα προσφάτως δύο άρθρα με λεπτομερείς χάρτες των επεκτατικών διεκδικήσεων των γειτόνων μας.

Το σχέδιο που επεξεργάζονται με την συμπαράσταση της Τουρκίας-και κύριος είδε ποιων άλλων «άσπονδων φίλων και συμμάχων μας» -είναι να συρρικνωθεί η Ελλάδα στα σύνορα του 1864 ανάμεσα στην Λαμία, (έστω και με την Θεσσαλία μέσα), έως τον Αμβρακικό κόλπο. Θα πει κάποιος αφελής, ότι αυτά δεν γίνονται στην σημερινή εποχή και όποιος τα λέει μάλλον θα είναι τρελός για δέσιμο.
Αν μου πει όμως κάποιος ότι στον κόσμο που ζούμε και κυρίως στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής υπάρχει κάποια λογική, σύμφωνα με την οποία ρυθμίζονται οι διεθνείς σχέσεις, τότε θα συμφωνήσουμε ότι πρόκειται βέβαια για αποκυήματα κάποιας αρρωστημένης φαντασίας. Όμως αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα και όποιος δεν την βλέπει ή είναι τυφλός ή εθελοτυφλεί ή πιο σωστά είναι ραγιάς, που υποτάσσεται παθητικά στην μοίρα του.

Ζούμε ένα νέο Ανατολικό Ζήτημα, αυτή είναι η πραγματικότητα, με επαναχάραξη συνόρων και πρέπει επιτέλους να συνέλθουμε από τον παντελή λήθαργο, την παραλυτική κατάθλιψη και το φοβικό σύνδρομο, στα οποία έχουμε υποπέσει και την οποία καλλιεργούν τα Μέσα Μαζικής Προπαγάνδας του συστήματος. Ασχολούμαστε με την οικονομία και αγνοούμε ότι το πρόβλημα μας δεν είναι κατά βάση η οικονομία, αλλά ο κακός μας εαυτός, που καταρράκωσε μέσα από το παρασιτικό καταναλωτικό μοντέλο όλες τις ηθικές και πνευματικές αξίες αυτού του έθνους και του λαού και που μας οδήγησε μέσω της διαφθοράς, της διαπλοκής, της αρπαχτής και της πλήρους ασυδοσίας σε όλα τα επίπεδα, στην οικονομική και φυσικά ως συνέπεια στην ανθρωπιστική κρίση.

Ασφαλώς ισχύει εν είδη νομοτέλειας η λογική που εξέφρασε ο διαχρονικός δάσκαλος Θουκυδίδης ότι «ο ισχυρός επιβάλει ότι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος υποχωρεί, όσο του επιβάλει η αδυναμία του».[1] Όμως το πρόβλημα προς έρευνα είναι ποιος και γιατί είναι ισχυρός και ποιος και γιατί είναι αδύνατος. Ποιος για παράδειγμα ήταν ισχυρός, για να αναφέρουμε ένα ιστορικό παράδειγμα, κατά τους περσικούς πολέμους και ποιος ήταν αδύναμος, κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, μιας και σήμερα εορτάζουμε την εποποιία της 28ης Οκτωβρίου: Οι Πέρσες ή οι Έλληνες; Οι Ιταλοί ή οι Έλληνες;

Και τι ήταν εκείνο που συνέβαλε ώστε η λογική των ρεαλιστών και των πραγματιστών που έλεγαν ότι ήταν αδύνατο να νικηθούν οι εκατοντάδες χιλιάδες χλιδάτοι Πέρσες και οι σιδηρόφρακτες ιταλικές μεραρχίες να αποδειχτεί παραλογισμός τελικά; Ποιο ήταν άραγε το μεγάλο μυστικό;

Τη απάντηση την έδωσα σε ένα προηγούμενο άρθρο μου, όπου ανέφερα τρία κριτήρια για την εξωτερική πολιτική: 
Πρώτον το φρόνημα του Έλληνα, που το καταρράκωσαν όλες οι εθνομηδενιστικές δυνάμεις εντός των τειχών από δεξιά και αριστερά, που δημιουργούν την ηττοπάθεια. Δεύτερον μια ικανοποιητική αποτρεπτική δύναμη, που μπορούσε και μπορεί ακόμη να υπάρξει (βλέπε υποβρύχια που με έναν σωστό «ελιγμό» καθελκύονται) 
και τρίτον συμμαχίες, που πρέπει να αναζητηθούν και υπάρχουν στον άμεσο περίγυρό μας, έχοντας υπόψη μας το Ισραήλ και την Αίγυπτο, τουλάχιστον, αλλά και την Ρωσία και Κίνα και άλλες δυνάμεις, που μπορούμε να αναζητήσουμε. Σοφή είναι στην περίπτωση αυτή η ρήση του Κλαούσεβιτς: «Τα μικρά κράτη έχουν τόση δύναμη, όσο η στήριξή τους από τα μεγάλα». Μεγάλα όχι οπωσδήποτε στο μέγεθος, αλλά στην ισχύ, όπως π.χ. το Ισραήλ, που είναι η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη στο χώρο της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Μια σωστή εθνική στρατηγική θα μπορούσε να εξασφαλίσει, σε αυτήν ιδιαίτερα την κρίσιμη περίοδο που διανύουμε, την εθνική και κοινωνική συνοχή και συνάμα την ενότητα του έθνους για την αντιμετώπιση της απειλής αφανισμού της Κύπρου και της Ελλάδας και αναπτερώσει το ηθικό του. Γιατί, όποιος νομίζει ηλιθίως ότι η Κύπρος είναι μακριά και την εγκαταλείψει στην τύχη της, τότε η τύχη της Ελλάδας της ίδιας είναι προδιαγεγραμμένη. Μετά την Κύπρο ακολουθεί με μαθηματική ακρίβεια το Αιγαίο, κατόπιν ή πριν (δεν έχει σημασία) η Θράκη, η Μακεδονία και τελικά η Ήπειρος. Ο Γιώργος Παπανδρέου είχε πει κάποτε, «Προσωπικά πιστεύω ότι είναι καλύτερα να έχουμε μερικά στρέμματα γης λιγότερα από εκείνα που μας ανήκουν, και να κοιμόμαστε τα βράδια ήσυχοι και ασφαλείς, παρά να έχουμε ό,τι μας ανήκει και να μην μπορούμε να κλείσουμε μάτι από τον κίνδυνο κάποιας ξαφνικής επίθεσης κακόβουλων γειτόνων εναντίον μας».[2] Με την λογική βέβαια του Γιώργου Παπανδρέου, τώρα δεν θα υπήρχε Ελλάδα.

Γι’ αυτό και πάλι θέτουμε το ερώτημα: Αν υποχωρήσουμε τώρα στην ΑΟΖ της Κύπρου, τότε σαφώς μύρια κακά έπονται, γιατί που θα σταματήσει η υποχώρηση; Είμαστε τόσο αφελείς να πιστεύουμε ότι η βουλιμία και επεκτατική πολιτική των Τούρκων θα σταματήσει στα λίγα «στρέμματα» ή θα τους κάνει πιο προκλητικούς και απαιτητικούς, διαπιστώνοντας την υποχωρητικότητά μας; Η απάντηση αμέσως από τους υποτακτικούς, όπως πάντα είναι άμεση: Τι! Θα κάνουμε πόλεμο; Όχι είναι η απάντηση, αλλά για να μην κάνουμε πόλεμο δύο είναι τα ενδεχόμενα, είτε να υποχωρούμε συνεχώς, έως ότου υποταχτούμε τελείως και γίνουμε σίγουρα επαρχεία της Νεο- Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και πιθανόν χαλιφάτο, είτε προβάλουμε αντίσταση για να μην χαθούμε, ως έθνος και ως λαός. Μερικοί πάλι, αυτοαποκαλούμενοι «ρεαλιστές» διακηρύττουν ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση. Ασφαλώς και χρειάζονται και τα δύο και πολλά άλλα, αλλά υπάρχουν πάντοτε και όρια και κόκκινες γραμμές. Έως πιο σημείο θα υπάρχει αυτοσυγκράτηση; Μήπως έως το σημείο που δεν θα μπορείς πια να κάνεις αυτοσυγκράτηση, γιατί δεν θα υπάρχεις;

Και η αντίσταση δεν σημαίνει οπωσδήποτε πόλεμο. Ο πόλεμος είναι το τελευταίο στάδιο, όταν εξαντληθούν όλα τα άλλα μέσα και δεν υπάρχει περιθώριο με κανένα τρόπο η διαφυγή του, όπου το ερώτημα είναι υποταγή ή πόλεμος. Πάλι ο Θουκυδίδης μας διδάσκει λέγοντας: «Οι φρόνιμοι, όταν δεν τους αδικεί κανείς, μένουν, βέβαια, ήσυχοι, αλλά οι γενναίοι, όταν αδικούνται, πολεμούν. Και όταν ο πόλεμος τους ευνοήσει κάνουν πάλι ειρήνη».[3] Ισχύει ακόμη η σοφία στις σημερινές συνθήκες ότι αν θέλεις ειρήνη, πρέπει να ετοιμάζεσαι για πόλεμο! Πρέπει δηλαδή να είσαι προετοιμασμένος, στα πλαίσια μιας σωστά προγραμματισμένης εθνικής στρατηγικής (όχι κομματικής) για όλα τα ενδεχόμενα.

Πρώτα λοιπόν χρειάζεται εθνική ομοψυχία, που θα αλλάξει όλη την ηττοπαθή ψυχολογία του Έλληνα, για την οποία είναι υπεύθυνη τόσο η κυβέρνηση, όσο και τα κόμματα, με μια λέξη η πολιτική ηγεσία του της Ελλάδας και Κύπρου. Στα τόσο κρίσιμα εθνικά θέματα, δεν χωράει καμιά κομματική εκμετάλλευση. Μια ενιαία στάση της συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης θα είναι ένα πρώτο μήνυμα προς όλες τις κατευθύνσεις ότι η Ελλάδα δεν αστειεύεται. Γιατί να ενδιαφερθούν οι ξένοι για μας, όταν εμείς οι ίδιοι δεν ενδιαφερόμαστε για τον εαυτό μας; 
Δεύτερον θα πρέπει να γίνει διεθνής εκστρατεία ενημέρωσης, για τους κινδύνους αποσταθεροποίησης που συνεπάγεται η παράνομη και γκαγκστερική στάση της Τουρκίας που δεν συμφέρει κανέναν από αυτούς που το παίζουν σήμερα αδιάφοροι. Η διαμόρφωση της διεθνούς κοινής γνώμης υπέρ του δικαίου της σθεναρής μας στάσης, είναι απαραίτητη. Τρίτον να προσφύγουμε στους διεθνείς οργανισμούς και προβάλουμε τις πέρα από κάθε κανόνα διεθνούς δικαίου επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας και πετύχουμε την καταδίκη της. 
Τέταρτον να επιδιώξουμε συμμαχίες, όπου μπορούμε 
και πέμπτον να δείξουμε και στην πράξη ότι, αν δεν συμμορφωθεί με τα διεθνώς αποδεκτά και καθιερωμένα, η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη με δική της ευθύνη. Αν η διεθνής κοινότητα δεν θέλει την ανάφλεξη της περιοχής, γιατί με την στάση του Ποντίου Πιλάτου βλάπτονται τα συμφέροντά της, τότε πρέπει κι αυτή να δράσει προς την σωστή κατεύθυνση.

Όταν τα κόμματα σ’ αυτήν την εθνική στρατηγική συναινέσουν, τότε αμέσως αναπτερώνεται το ηθικό των Ελλήνων που είναι η εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση πάντων.

Και μία τελευταία παρατήρηση που είναι σημαντική στην ανάλυση του δημοσιογράφου Ιγνατίου και με την οποία συμφωνώ.

Η Αμερική, γράφει αναγνωρίζει το δικαίωμα της Κύπρου να αξιοποιήσει τους φυσικούς πόρους εντός της ΑΟΖ της. Επίσης οι Αμερικανοί συνεχίζουν να πιστεύουν ότι οι πόροι της Κύπρου σε πετρέλαιο και αέριο, όπως κι όλοι οι άλλοι φυσικοί πόροι, θα πρέπει να μοιραστούν ακριβοδίκαια μεταξύ των κοινοτήτων στο πλαίσιο μιας συνολικής διευθέτησης.Η λέξη ακριβοδίκαια είναι σημαντική, διότι στην ουσία η Αμερική δηλώνει ότι οι πόροι πρέπει να μοιραστούν με βάση τα ποσοστά του πληθυσμού. Μέχρι εδώ όλα καλά, διότι ξεκινούν τα δύσκολα…Η Άγκυρα απροκάλυπτα αμφισβητεί αυτή την ίδια την Κύπρο, την οποία σχεδιάζει να μετατρέψει σε τουρκικό νησί. Εάν η Αμερική δεν καταδικάσει τις απαράδεκτες και παράνομες ενέργειες της Τουρκίας, τότε στέλλει λάθος μηνύματα στον Ερντογάν, όπως ακριβώς έπραξε ο Χένρι Κίσινγκερ το 1974. Βεβαίως, τούτη τη φορά δεν μπορώ να πιστέψω με τίποτα ότι η Αμερική συμφωνεί με τα τουρκικά σχέδια εναντίον της Κύπρου. Διότι πυροβολεί όχι μόνο το… πόδι της, αλλά και την καρδιά της…Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Λευκωσίας ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ την Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014 – http://www.philenews.com/

Ποιος έχει άραγε αντίρρηση, εκτός από τους Τούρκους, σε μια πραγματικά ωστόσο ακριβοδίκαιη λύση; Υποθέτω κανένας λογικός άνθρωπος!

[1] Θουκυδίδου, ιστορία Ε΄ (89-91).

[2] Τάδε έφη ο Τζέφρυ Παπανδρέου σε κάποια ομιλία του στον Καναδά.

[3] Θουκυδίδη, ιστορία, Α΄ (120).

Πηγή:http://damonpontos.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.