Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Ορισμένες σκέψεις για το ζήτημα της «οργάνωσης» από τη σκοπιά της άμεσης δημοκρατίας


Του Νίκου Ν. Μάλλιαρη

Το ζήτημα της οργάνωσης συνδέεται άρρηκτα με τον τρόπο με τον οποίο κάθε συλλογικότητα ή κάθε, γενικότερα, πολιτικό ρεύμα και ιδεολογία αντιλαμβάνεται το πρόταγμά της αλλά και την ίδια την πολιτική συνολικότερα. Οι μορφές οργάνωσης που υιοθετεί μια πολιτική συλλογικότητα ή ομάδα συνιστούν, κατά κάποιον τρόπο, την πρακτική μεταγραφή των θεμελιωδών πολιτικών της αρχών αλλά και του ίδιου της του προτάγματος, σχετικά με τη μορφή κοινωνίας που υποστηρίζει. Η σημερινή συγκυρία είναι από διάφορες απόψεις ενθαρρυντική σε ό,τι έχει να κάνει με την ανάπτυξη αυτής της προβληματικής, ειδικά μετά από την εμφάνιση του λεγόμενου Κινήματος των Πλατειών, στα πλαίσια του οποίου εκφράστηκε μια σαφής απόρριψη των ιεραρχικού και γραφειοκρατικού τύπου οργανωτικών μορφωμάτων. Ωστόσο, σε επίπεδο ανάλυσης από την πλευρά των πολιτικών χώρων, αυτή η εξέλιξη δεν έδωσε αφορμή για κάποια ανανέωση της σχετικής προβληματικής -αν ποτέ αυτή αναπτύχθηκε ποτέ, πραγματικά.

Η μόνη προσπάθεια να λάβουμε υπόψη μας τα συμπεράσματα της «κινηματικής» πείρας των τελευταίων τριών-τεσσάρων ετών (ξεκινώντας από τον Δεκέμβριο του 2008), ήταν η επεξεργασία μιας κριτικής της «λογικής των πολιτικών ταυτοτήτων» [1], η οποία όμως, όπως προσπαθήσαμε να δείξουμε σε ένα πιο θεωρητικό επίπεδο [2], καλύπτει μόνο το ένα σκέλος του προβλήματος, αυτό που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως «αρνητικό»: την κριτική στις αριστερές γραφειοκρατίες και στη λογική του ιδεολογικού καπελώματος (το οποίο εξασκείται, φυσικά, με ιδιαίτερη επιτυχία και από τους αναρχικούς). Το καθεαυτό «θετικό» σκέλος όμως, το σχετικό με την προσπάθεια επεξεργασίας και υπεράσπισης ενός συνολικού πολιτικού προτάγματος, το οποίο, όμως, δε θα μετατρέπεται σε ψυχρή και αρτηριοσκληρωτική ιδεολογία, έχει παντελώς αγνοηθεί (δεδομένου, άλλωστε, και του ότι η προσέγγιση στην οποία μόλις αναφερθήκαμε εξορίζει αυτό το πρόβλημα ως εκ φύσεως προβληματικό και γραφειοκρατικό, καθώς τείνει να συγχέει την υποστήριξη ενός προτάγματος με την ιδεολογικοποίησή του και τη μετατροπή του σε καθαγιασμένη και ετερόνομη «πολιτική ταυτότητα»).

Οι πολιτικές συλλογικότητες «αρχών»

Αυτό, αντίθετα, που εμείς θεωρούμε βασικό, είναι η προσπάθεια να συνδυάσουμε, αφενός μια δημοκρατική μορφή οργάνωσης και, αφετέρου, τη δυνατότητα εκφοράς δημόσιου λόγου και προώθησης ενός συνολικού προτάγματος, όπως επίσης και μιας διαυγούς και κριτικής ανάλυσης των κοινωνικών συνθηκών μέσα στις οποίες καλούμαστε και επιλέγουμε να δράσουμε. Αυτό λοιπόν που μας ενδιαφέρει είναι η υπεράσπιση του ρόλου των πολιτικών ομάδων «αρχών», δηλαδή των πολιτικών ομάδων με συνολικό πρόταγμα, που προτείνουν, παράλληλα, τη δικιά τους ανάλυση και ανάγνωση της κοινωνικής πραγματικότητας.

Πρόκειται για τις συλλογικότητες που διαφέρουν από τις μονοθεματικές ομάδες, τις περιστασιακές πρωτοβουλίες ή τα συνδικάτα, καθώς έχουν ως χαρακτηριστικό τους την προσπάθεια συνδυασμού των δύο στοιχείων που μόλις αναφέραμε. Για εμάς αυτό το σημείο είναι πολύ σημαντικό, εφόσον πιστεύουμε ότι καμία πολιτική δραστηριοποίηση δε μπορεί να είναι διαυγής, αν δεν προσπαθεί, παράλληλα, να έχει σαφή ιδέα των αρχών που εμψυχώνουν τη δράση της αλλά και του ίδιου της του εγχειρήματος και των κοινωνικών συνθηκών εντός των οποίων δρα. Πράγμα που σημαίνει ότι η «πρακτική» δράση έχει ανάγκη από μια προσπάθεια θεωρητικής επεξεργασίας, η οποία, αναγκαστικά, καταλήγει σε μια σειρά θέσεων τις οποίες υποστηρίζει η εν λόγω ομάδα, και των οποίων η επεξεργασία τρέφεται και ελέγχεται από την εμπειρία της «πράξης», εφόσον συνιστά όχι μόνο προσπάθεια καθοδήγησης, αλλά και διαύγασής της.

Το όλο ζήτημα είναι πώς μπορεί αυτό να γίνει, δίχως να οδηγούμαστε σε αντιδημοκρατικές και σεχταριστικές λογικές (σε «πρακτικό» επίπεδο) και σε ιδεολογικές φετιχοποιήσεις (σε «θεωρητικό» επίπεδο): πώς είναι δυνατόν, δηλαδή, να συνδέσουμε με μη γραφειοκρατικό τρόπο την πράξη με τη σκέψη; Πρόκειται ακριβώς για το ερώτημα που αποφεύγει να αντιμετωπίσει η προσέγγιση της «κριτικής της λογικής των πολιτικών ταυτοτήτων», θεωρώντας ότι κάθε προσπάθεια επεξεργασίας ενός ευρύτερου προτάγματος οδηγεί αναγκαστικά στην ιδεολογικοποίηση. Αυτό το κείμενο, κατά συνέπεια, είναι μια προσπάθεια να σκιαγραφηθεί ένα πιθανό μοντέλο τέτοιας ομάδας «αρχών», οργανωμένης σε δημοκρατική βάση, παίρνοντας αφορμή και από τη συμμετοχή σε κινήματα όπως αυτό του καλοκαιριού (Κίνημα των Πλατειών) αλλά και από την εμφάνιση άλλων, μη γραφειοκρατικών, κινήσεων, όπως οι συνελεύσεις γειτονιάς κ.λπ.

Η «αυτοοργάνωση» ως πολιτικό πασπαρτού

Στο κείμενό του που δημοσιεύεται σε αυτό το τεύχος, ο Γκι Φαρζέτ, αφού ασκήσει κριτική στις γραφειοκρατικές τάσεις των αριστερίστικων και ορισμένων ελευθεριακών ομάδων, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η εξειδικευμένη θεματική του "ζητήματος της οργάνωσης" είναι απαραίτητη μόνο σε αυτούς που προσπαθούν να στήσουν μια νέα εξουσία και, ως τέτοια, δε μπορεί να μας δώσει καμία λύση που να μπορούμε να υπερασπιστούμε σε πολιτικό επίπεδο. Αν ο στοχασμός πάνω στον τρόπο "οργάνωσης" χρησιμεύει σε κάτι, αυτό έγκειται στο ότι μας επιτρέπει να εντοπίσουμε τα λάθη που πρέπει να αποφεύγουμε» [3]. Αυτό είναι μόνο εν μέρει σωστό. 

Το ζήτημα της οργάνωσης δεν πρέπει να τίθεται μόνο με «αρνητικό» τρόπο, δηλαδή με τον ελάχιστο ορίζοντα της εξεύρεσης τρόπων για την αποφυγή των γραφειοκρατικών λαθών. Διότι, πολύ απλά, για να είμαστε σε θέση να αποφεύγουμε αυτά τα λάθη, τόσο σε ό,τι αφορά σε παραστρατήματα της ίδιας μας της συμπεριφοράς, αλλά και σε ό,τι έχει να κάνει με τον τρόπο αντιμετώπισης των γραφειοκρατικών οργανώσεων, χρειαζόμαστε ένα οργανωτικό μοντέλο που θα επιτρέπει να ενεργούμε σε δημοκρατική και εξισωτική βάση. Φυσικά και αυτό δεν πρέπει να οδηγεί σε έναν παλαιοκομουνιστικού τύπου φετιχισμό με την προσπάθεια δημιουργίας μιας Οργάνωσης, η οποία, άπαξ και ανακαλυφθεί, θα λύσει αυτομάτως όλα μας τα προβλήματα (σε αυτήν ακριβώς την ψευδαίσθηση ασκεί, πολύ σωστά, κριτική ο Φαρζέτ). 

Ωστόσο θα πρέπει πάντοτε να έχουμε μια σαφή ιδέα για το πώς θα μπορούσε να μεταφραστεί σε πρακτικό και οργανωτικό επίπεδο αυτό που έχουμε κατά νου ως δημοκρατικό πρόταγμα. Η διαφορά έγκειται στο ότι εμείς δεν αναζητούμε την φόρμουλα που, άπαξ και ανακαλυφθεί, θα μπορεί πλέον να εφαρμόζεται παντού ως τυφλοσούρτης, απαλλάσσοντάς μας από τις ευθύνες και την ανάγκη διαρκούς πολιτικής εγρήγορσης και ενεργοποίησης που απορρέουν από κάθε πραγματικά δημοκρατική πολιτική κουλτούρα.

Ταυτόχρονα, η κριτική της λογικής των πολιτικών ταυτοτήτων -δηλαδή της τάσης να ιδεολογικοποιούμε τις κινηματικές διαδικασίες, μετατρέποντας τις δημοκρατικές συνελεύσεις σε θέατρο αντιπαράθεσης προκατασκευασμένων, εκτός συνέλευσης, «γραμμών»- δεν είναι αρκετή, εφόσον, όπως είδαμε, ασχολείται μόνο με το ένα σκέλος του προβλήματος. Αυτό όμως που λείπει σήμερα δεν είναι τόσο μια οργανωτική εμπειρία σε επίπεδο άμεσων αγώνων, εφόσον τα τελευταία χρόνια έχουν παρατηρηθεί σημαντικές πρόοδοι σε αυτόν τον τομέα (δεδομένης, πάντοτε, της έλλειψης αυτόνομης πολιτικής παράδοσης που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία), αποκορύφωμα των οποίων ήταν η γνωριμία μιας κατηγορίας ανένταχτου κόσμου με τις αμεσοδημοκρατικές πρακτικές, στα πλαίσια του Κινήματος των Πλατειών αλλά και εκείνων των συνελεύσεων γειτονιάς που ξεπήδησαν παράλληλα με ή μετά από αυτό. Το θέμα όμως είναι να γίνει μια διαύγαση του πολιτικού προτάγματος που μπορεί να εμψυχώσει αυτές τις δημοκρατικές μορφές. Αυτή η ανάγκη έγινε σαφής κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων στο Σύνταγμα, το περασμένο καλοκαίρι, όταν έβλεπε κανείς ανθρώπους πραγματικά δημοκράτες στο επίπεδο της πολιτικής τους πρακτικής, οι οποίοι ήταν έτοιμοι, ανά πάσα στιγμή, να υπερασπιστούν την άμεση δημοκρατία απέναντι στους αριστεριστές γραφειοκράτες, να έχουν πραγματική δυσκολία να εκφράσουν το ευρύτερο πρόταγμα, σε επίπεδο συνολικής κοινωνίας -ή έστω σε επίπεδο αντίθεσης στις επιβαλλόμενες πολιτικές λιτότητας-, του οποίου κομμάτι, υποτίθεται πως ήταν, η αμεσοδημοκρατική οργάνωση των πλατειών. Έτσι βλέπαμε ότι, ενώ σε πρακτικό/οργανωτικό επίπεδο η άμεση δημοκρατία γνώρισε καθοριστική διάδοση, σε επίπεδο «θεωρίας», ελάχιστα διαρρή-χθηκε η ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς, με τον λαϊκοπατριωτισμό και την σοσιαλδημοκρατική της λογική [4].

Αντίστοιχα, σήμερα, στα πλαίσια της προσπάθειας να κρατηθεί ζωντανό το πνεύμα του Κινήματος των Πλατειών, γίνεται η προσπάθεια να οργανωθεί ο κόσμος σε τοπικό επίπεδο, καταρχάς μέσω των συνελεύσεων γειτονιάς που αναδύθηκαν παράλληλα με το Κίνημα ή αμέσως μετά από αυτό (σε αντίθεση με τις αντίστοιχες που υπήρχαν από την εποχή του Δεκέμβρη) και, εν συνεχεία, μέσω διάφορων άλλων εγχειρημάτων, πιο ειδικευμένων, όπως τα ανταλλακτικά παζάρια, οι τράπεζες χρόνου κ.λπ. 

Η ιδέα που υπάρχει πίσω από αυτές τις προσπάθειες -καθ' όλα θετικές σε επίπεδο έμπνευσης- είναι ότι θα πρέπει να φτιάξουμε δίκτυα τοπικών υποδομών, οι οποίες θα προσπαθήσουν να λύσουν με δημοκρατικό τρόπο τα προβλήματα καθημερινής επιβίωσης που προκύπτουν, όλο και περισσότερο, όσο εντείνονται οι περικοπές και οι πολιτικές λιτότητας. Αυτή η ιδέα είναι καθόλα σωστή, ωστόσο, αν δεν γίνει μια προσπάθεια να αναλυθεί ο ρόλος και ο σκοπός αυτών των κινήσεων, το πιο πιθανό είναι να μετατραπούν σε ένα νέο είδος ΜΚΟ, οι οποίες θα έχουν στόχο να παίζουν τον ρόλο συμπληρώματος του ακρωτηριασμένου πάλαι ποτέ Κράτους Πρόνοιας [5]. Φυσικά και αυτό δεν είναι απόλυτα κακό, αν λάβουμε υπόψη τη ραγδαία επιδείνωση των υλικών συνθηκών για ευρεία κοινωνικά στρώματα: είναι πάντοτε καλύτερο η μάχη για την επιβίωση να δίνεται από κοινού, μέσα από δημοκρατικής έμπνευσης εγχειρήματα, παρά από τις φιλανθρωπίες της Αρχιεπισκοπής, τα μαφιόζικα δίκτυα προστασίας ή την Χρυσή Αυγή.

Ωστόσο, στο βαθμό που δεν τίθεται ρητά το ζήτημα της πολιτικής στόχευσης και φύσης αυτών των κινήσεων, το παιχνίδι θα πρέπει να θεωρείται εξ ορισμού χαμένο. Αν αυτά τα εγχειρήματα προπαγανδίζονται στις τοπικές κοινωνίες απλώς με κριτήρια αποτελεσματικότητας, είναι προφανές ότι η ΧΑ, για παράδειγμα, μπορεί να είναι πολύ πιο αποτελεσματική από κάθε δημοκρατική προσπάθεια, λόγω των χρημάτων που παίρνει από το κράτος, τον διασυνδέσεών της κ.λπ. Άρα γιατί να έρθει ο μέσος άνθρωπος να χάνει τον χρόνο του σε συνελεύσεις, όταν μπορεί να λύσει το πρόβλημά του γρήγορα και χωρίς να πολυσκοτίζεται; Χρειάζεται, λοιπόν, να γίνει σαφές ότι, αν υποστηρίζουμε αυτά τα εγχειρήματα, το κάνουμε επειδή τα θεωρούμε ως πιθανά σπέρματα ή, έστω, προσχέδια μιας δημοκρατικής κοινωνίας, η οποία θεωρούμε ότι θα πρέπει να αντικαταστήσει τα σημερινά ολιγαρχικά καθεστώτα.

Πώς θα μπορέσουμε, όμως, να το κάνουμε αυτό, αν δεν υποστηρίζουμε συγκεκριμένες, λίγο πολύ θέσεις, και ένα συγκεκριμένο πρόταγμα; Πώς μπορούμε, αν δεν αναφερθούμε στη δημοκρατία ως ένα συνολικό κοινωνικό πρόταγμα, να καταπολεμήσουμε τους λαϊκιστές και τους φασίστες, που θα έρθουν να καπελώσουν αυτά τα εγχειρήματα; Πώς θα υπερασπιστούμε τον αμεσοδημοκρατικό τρόπο οργάνωσης, δίχως την αναφορά, έστω και γενι-κολογώντας, στο πώς θα έπρεπε να είναι οργανωμένη, σε συνολικό επίπεδο, για εμάς μια δίκαιη κοινωνία; Πως θα γίνει κάτι τέτοιο, αν προσπαθούμε να αποφεύγουμε κάθε συζήτηση περί «πολιτικών ταυτοτήτων»;

Διότι θα πρέπει να είναι σαφές ότι η επίκληση της «αυτοοργάνωσης» και της «τοπικοποίησης» από μόνες τους δεν αρκούν, ειδικά όταν αναφερόμαστε σε μια κοινωνία σαν την ελληνική, η οποία δεν διαποτίστηκε ποτέ εις βάθος από το κρατικιστικό φαντασιακό, διατηρώντας, έτσι, μεγάλες δόσεις του παραδοσιακού τοπικισμού [6]. «Αυτοοργάνωση» κάνουν και οι νεοναζί στη Γερμανία [7], όπως επίσης και οι ένοπλες πολιτοφυλακές των δεξιών λαϊκιστών στις ΗΠΑ [8], ενώ το ζήτημα της τήρησης της τάξης σε τοπικό επίπεδο, κατά τη διάρκεια περιόδων αναταραχών ή ανθρωπιστικών κρίσεων, έχει αποτελέσει συχνά έρεισμα της ισλαμιστικής προπαγάνδας [9]

Η εξέγερση απέναντι στον κρατικό νόμο από μόνη της δε λέει τίποτε: μάλιστα σε περιόδους ανερχόμενου λαϊκισμού τείνει να εκφράζει περισσότερο ένα φαντασιακό του τύπου «παίρνουμε το νόμο στα χέρια μας», το οποίο μπορεί, μεν, στην περίπτωση του άρχοντα της Στυλίδας, Απόστολου Γκλέτσου να βγάζει γέλιο (ως κομμάτι του νεοελληνικού υπαρκτού σουρεαλισμού), ωστόσο σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να πάρει πολύ δυσάρεστη τροπή (όπως στην περίπτωση του Άγιου Παντελεήμονα).

Πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να επεξεργαστούμε ένα πρόταγμα το οποίο θα υπερασπίζεται από δημοκρατική σκοπιά την τοπική αυτοοργά-νωση, προσπαθώντας να δείξει πώς αυτή συνιστά κομμάτι ενός ευρύτερου μετασχηματισμού των κοινωνιών. Μάλιστα αυτό το ζήτημα τίθεται εκ των πραγμάτων, εφόσον πολλά από τα εγχειρήματα στα οποία αναφερθήκαμε παραπάνω ενσαρκώνουν -συνειδητά ή όχι, αυτό δεν έχει σημασία εν προκειμένω- μια συγκεκριμένη οικολογική βλέψη. Και είναι σαφές ότι κάθε μετασχηματισμός των σημερινών κοινωνιών προς δημοκρατική κατεύθυνση, δε μπορεί να μην περιλαμβάνει και μια προσπάθεια συλλογικού επανακαθορισμού των αναγκών και των επιθυμιών μας. Πώς όμως θα συζητηθούν όλα αυτά, αν αποφεύγουμε να μιλήσουμε για το μακροκοινωνικό επίπεδο, από φόβο μήπως μετατραπούμε σε γραφειοκράτες που συνέταξαν το επαναστατικό Ευαγγέλιο, που, ως τέτοιο, πρέπει να φορεθεί καπέλο στις μάζες; Και είναι δυνατόν, απέναντι στα κολοσσιαία ζητήματα που μας θέτει η κατάρρευση της καταναλωτικής κοινωνίας, να θεωρούμε ότι οι απαντήσεις που θα μας ζητηθούν από τα διακυβεύματα που τίθενται μπορούν να αναδυθούν αυθόρμητα και αυτόματα μέσω της «πείρας» που αποκομίζουν οι άνθρωποι συμμετέχοντας σε δημοκρατικά συλλογικά εγχειρήματά;

Εμείς είμαστε πολύ πιο απαισιόδοξοι σε ό,τι αφορά στις ικανότητες της πράξης να διαμορφώνει αφ' εαυτής και «αυτομάτως» τις συνειδήσεις των υποκειμένων και γι' αυτό θεωρούμε ότι σήμερα υπάρχει ανάγκη να ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση γύρω από το πώς θα μπορούσε να είναι μια δημοκρατική κοινωνία, δηλαδή μια κοινωνία αποανάπτυξης και ηθελημένης ολιγάρκειας, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει και τη μόνη εναλλακτική απέναντι στην οικοφασιστική προοπτική, η οποία θα εμφανιστεί μόλις η καταναλωτική κοινωνία χάσει οριστικά τον σφυγμό της. Μια τέτοια συζήτηση, όμως, μπορεί να έρθει εις πέρας μόνο μέσω της προσπάθειας καθορισμού ενός συνολικότερου προτάγματος αλλά και θέσεων σχετικών με ζητήματα που υπερβαίνουν κατά πολύ τους λεγόμενους καθημερινούς αγώνες και την οργάνωσή τους. Κι αυτός είναι, πιστεύουμε, ο ιδιάζον ρόλος των ομάδων «αρχών», ως ομάδων που προσπαθούν να συνδυάζουν την καθημερινή πολιτική πράξη με την πιο μακροπρόθεσμης στόχευσης θεωρητική επεξεργασία.


Η είσοδος σε μια εποχή αναταράξεων

Αυτός ο προβληματισμός σχετικά με την αναζήτηση δημοκρατικών μορφών οργάνωσης, μορφών, δηλαδή, που θα μας επιτρέπουν να είμαστε πολιτικά ενεργοί και ενεργές, δίχως, παρ' όλα αυτά, να οδηγούμαστε ούτε προς την γραφειοκρατική αρτηριοσκλήρωση ούτε προς τον σεχταρισμό, την αυτοαπομόνωση και την εξύμνηση της έλλειψης πολιτικού προτάγματος, καθίσταται ακόμα πιο επίκαιρος, στο βαθμό που, όπως φαίνεται, εισερχόμαστε σε μια περίοδο αναταραχών και κοινωνικών συγκρούσεων, ασχέτως αν το πρόσημό τους δε θα είναι απαραίτητα -αυτό είναι άλλωστε το πιο πιθανό- δημοκρατικό. 
Μετά από κάμποσες δεκαετίες πολιτικής απάθειας και κοινωνικής ειρήνης, κατά τις οποίες σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής σκηνής η πρωτοβουλία των κινήσεων είχε αφεθεί στις ολιγαρχίες παντός είδους, μπαίνουμε σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση κινημάτων τα οποία, παρ' ότι μειοψηφικά και όχι πάντοτε ιδιαίτερα ριζοσπαστικά (ως προς τις διεκδικήσεις τους) ή δημοκρατικά (ως προς τον τρόπο οργάνωσής τους), εκφράζουν, παρ' όλα αυτά, μια συνεκτική τάση, η οποία παρατηρείται σε διάφορες περιοχές του δυτικού κόσμου. Από τον Οκτώβριο του 2010 και τις κινητοποιήσεις στη Γαλλία, ενάντια στη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, μέχρι το φοιτητικό κίνημα στο Κεμπέκ του Καναδά, είχαμε δύο χρόνια που χαρακτηρίστηκαν από ιδιαίτερη κινητικότητα, τηρουμένων πάντα των αναλογιών: φοιτητικές κινητοποιήσεις στη Βρετανία, τον χειμώνα του 2010-2011, κινητοποίηση των κατοίκων του Ουισκόνσιν, την άνοιξη του 2011, εμφάνιση του κινήματος των Αγανακτισμένων, στη συνέχεια, αρχής γενομένης από την Ισπανία και το Ισραήλ, ελληνική και αμερικανική φάση του κινήματος, στη συνέχεια, με το Κίνημα των Πλατειών και το Occupy.

Η βασική διαφορά αυτών των κινημάτων με τον άμεσο προκάτοχό τους, το λεγόμενο Κίνημα Κατά της Παγκοσμιοποίησης, είναι ότι εμφανίστηκαν μέσα σε μια περίοδο κρίσης και ύφεσης. Δεν αποτέλεσαν ενασχόληση των ειδικών της «επαναστατικής» πολιτικής όπως το πρώτο (το οποίο κυρίως αναλώθηκε σε ένα θεαματικό είδος επαναστατικού τουρισμού, ως περιφερόμενο κοινό που ακολουθούσε τον περιοδεύοντα θίασο των ισχυρών της γης στα διάφορα μίτινγκς τους), αλλά απασχόλησαν την κοινή γνώμη των ενδιαφερόμενων κοινωνιών, έστω κι αν, λόγω του μειοψηφικού τους χαρακτήρα, σε αυτά συμμετείχαν κυρίως ήδη πολιτικοποιημένα άτομα. Ωστόσο, το ποσοστό του «ανένταχτου» κόσμου που ήρθε σε επαφή με αυτά τα κινήματα ή και συμμετείχε στις διαδικασίες τους ήταν πολύ μεγαλύτερο και πολιτικά σημαντικότερο από οτιδήποτε ανάλογο ενδεχομένως να συνέβη με το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα.

Αυτή ακριβώς η εμφάνιση ενός νέου τύπου υποκειμένων, τα οποία πολιτικοποιούνται μέσα από αυτού του είδους τα κινήματα, με ό,τι κάτι τέτοιο συνεπάγεται σε πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο, θέτει ξανά το ζήτημα της πολιτικής οργάνωσης και της επεξεργασίας ενός νέου δημοκρατικού προτάγματος. Είναι φανερό ότι αυτός ο νέος κόσμος που μπαίνει τώρα στην πολιτική, ξεκινάει από μια νέα βάση, μην έχοντας, πολύ συχνά, την παραμικρή σχέση με τους παραδοσιακούς «επαναστατικούς» χώρους (αριστερά και αναρχικούς). Πρόκειται για έναν κόσμο που δε φοβάται να απορρίψει όχι μόνο τις κοινοβουλευτικές γραφειοκρατίες, αλλά και τις αριστερίστι-κές ομολόγους τους (σταλινομαοϊκές και τροτσκιστικές), όπως φάνηκε, για παράδειγμα, στο Σύνταγμα, το καλοκαίρι, με τη σημαντική αντίσταση που έφερε αυτός ο ανένταχτος κόσμος στις προσπάθειες του σταλινοαριστερισμού (ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ-ΜΛ, Περιπεκτική Δημοκρατία κ.λπ.) να καπελώσει το κίνημα.

Σε πολλές περιπτώσεις όμως αυτός ο κόσμος χαρακτηρίζεται από έλλειψη πολιτικής εμπειρίας και μια κάποια αφέλεια, η οποία οδηγεί, πολύ συχνά, σε μια πρακτική και οργανωτική αμηχανία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο κόσμος αυτός να χάνεται όταν σταματούν οι όποιες κινητοποιήσεις αλλά και να παλινωδεί, σε ό,τι έχει να κάνει με τον καθορισμό των μακροπρόθεσμων στόχων ενός κινήματος.


...και το τέλος της συζήτησης του προβλήματος της οργάνωσης

Ένας επιπλέον λόγος που κάνει αυτή τη συζήτηση ιδιαίτερα κρίσιμη, είναι το γεγονός ότι η κουβέντα γύρω από το περίφημο «ζήτημα της οργάνωσης» σε επίπεδο πολιτικών ομάδων «αρχών», η κουβέντα, με άλλα λόγια, γύρω από την αναζήτηση νέων δημοκρατικών οργανωτικών μορφών, έχει εγκαταλειφθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Διότι θα μπορούσαμε να πούμε ότι από τη δεκαετία του '50 άρχισε μια συζήτηση σχετικά με την εξεύρεση των δομών εκείνων που θα μας επέτρεπαν να αντικαταστήσουμε τις παραδοσιακές μορφές οργάνωσης του εργατικού κινήματος, οι οποίες έδειχναν να ξεπερνιούνται: το κόμμα και το συνδικάτο. Οι δομές αυτές ήταν πλέον ξεπερασμένες όχι μόνο σε οργανωτικό επίπεδο αλλά κυρίως σε επίπεδο «περιεχομένου», σε ό,τι είχε, πλέον, να κάνει, δηλαδή, με τα διακυβεύματα στα οποία μπορούσαν (ή, πιο σωστά, δε μπορούσαν πλέον) να ανταποκριθούν.

Είναι σαφές ότι στα πλαίσια μιας δημοκρατικής προοπτικής, το κόμμα, ως μορφή οργάνωσης, είναι απορριπτέο, όπως επίσης και τα κλασικά γραφειοκρατικά συνδικάτα, με την ιεραρχική δομή, τα επαγγελματικά στελέχη κ.λπ. Πράγμα που σημαίνει ότι αυτό που άρχισαν να ανακαλύπτουν εκείνη την εποχή μαρξιστικές ομάδες όπως το Socialisme ou Barbarie ή η Καταστασιακή Διεθνής στη Γαλλία, οι αναρχικές οργανώσεις το γνώριζαν ευθύς εξαρχής. Ωστόσο, ακόμα και αυτές οι τελευταίες, στο μεγαλύτερο μέρος των περιπτώσεων και πέραν κάποιων λίγων εξαιρέσεων [10], περιορίστηκαν στην αναρχοσυνδικαλιστική φαντασίωση σύμφωνα με την οποία ο επαναστατικός συνδικαλισμός θα λύσει όλα τα προβλήματα.

Έτσι, όταν από τη δεκαετία του '60 και μετά, άρχισε πλέον να τίθεται το ζήτημα της «χρήσης της ζωής» (όπως έλεγαν οι καταστασιακοί) -δηλαδή το ζήτημα το σχετικό με την απώλεια του νόηματος της ζωής μέσα σε μια κοινωνία όπου το μόνο πράγμα που εθεωρείτο πλέον ότι μπορεί να κάνει αυτήν την ζωή αξιοβίωτη ήταν η κατανάλωση-, έγινε σαφές ότι όλες αυτές οι δομές που είχαν αρθρωθεί γύρω από την εργασία και τον κεντρικό ρόλο που είχε για το προλεταριάτο, δε μπορούσαν να ανταποκριθούν, πλέον, στα ζητήματα που έθετε η κοινωνική πραγματικότητα. Για να το θέσουμε σχηματικά, θα λέγαμε ότι για πρώτη φορά, ιστορικά, το ζήτημα που έμπαινε για τους επαναστάτες δεν ήταν η καταστροφή του υπάρχοντος κόσμου, αλλά, όλως αντιθέτως, η δημιουργία ενός νέου κόσμου, που θα αντικαθιστούσε την αποσύνθεση και την ανθρωπολογική κατάρρευση στις οποίες οδηγούσε ο καπιταλισμός και η κοινωνία της κατανάλωσης τις δυτικές κοινωνίες [11].

Μετά το '60, το ζήτημα της οργάνωσης έπαψε να τίθεται, εφόσον σε μεγάλο βαθμό το ίδιο το ζήτημα της πολιτικής, ως μιας δραστηριότητας που στοχεύει στο κοινωνικό όλον εγκαταλείφτηκε. Τη θέση των παραδοσιακών οργανώσεων που, ανεξαρτήτως της μορφής τους, είχαν όλες τους ως κοινό χαρακτηριστικό ότι εξέφραζαν και προωθούσαν θέσεις που αναφέρονταν στη συνολική αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων, πήραν μονοθεματικές πρωτοβουλίες οι οποίες, ως τέτοιες, επικέντρωναν το ενδιαφέρον τους σε μεμονωμένες πτυχές ή προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας. Αυτή η τάση συνιστά πάγιο και βασικό χαρακτηριστικό των λεγόμενων «νέων κοινωνικών κινημάτων» που αναδύθηκαν κατά τις δεκαετίες του '60 και του '70. Η «ήττα» των επαναστατικών κινημάτων αυτής της περιόδου έδωσε ώθηση στην εμφάνιση μονοθεματικών κινημάτων όπως πολύ μεγάλο μέρος του λεγόμενου φεμινισμού του δεύτερου κύματος, το κίνημα των ΛΟΑΤ ατόμων, το οικολογικό και αντιπυρηνικό κίνημα κ.λπ. [12].

Μέσα στα πλαίσια αυτών των κινημάτων το ζήτημα της οργάνωσης σπάνια τέθηκε ως τέτοιο, εφόσον οι πρακτικές δραστηριότητες τους έπαιρναν συνήθως τη μορφή επί τούτου πρωτοβουλιών ή δράσεων, γύρω από το Χ ή Ψ μερικό ζήτημα της τρέχουσας συγκυρίας. Ή, ακόμα κι αν τέθηκε, τέθηκε μόνο στα πλαίσια της ιδιαιτερότητας καθενός από αυτά τα κινήματα και δεν έθιξε καθόλου το ζήτημα μιας νέας αντίληψης για το πώς θα μπορούσαμε να κάνουμε πολιτική γενικώς [13].

Οι αριστερές γραφειοκρατίες και ο εφηβικός «αντιμικροαστισμός» των αναρχικών

Ένα από τα βασικά θετικά του Συντάγματος, όπως είδαμε, είναι ότι επέτρεψε να ιδωθούν, πλέον, καθαρά τα όρια της παραδοσιακής, γραφειοκρατικής αντίληψης για την πολιτική στα μάτια ενός κόσμου που δεν αποτελεί κομμάτι των παραδοσιακών «επαναστατικών» χώρων. Μας επέτρεψε όμως να δούμε και πώς μπορεί να συμμετέχει με δημοκρατικό τρόπο μια συλλογικότητα σε ένα κοινωνικό κίνημα με μια κάποια διάρκεια, δίχως να προσπαθεί ούτε να το καπελώσει, ούτε, όμως, από την άλλη μεριά, να πέφτει και σε ένα είδος πολιτικού μηδενισμού, ο οποίος αρνείται να παρέμβει και να πει την άποψή του, για να μην «καπελώσει τις μάζες»[14].

Δυστυχώς, οι ομάδες που υποτίθεται ότι εκφράζουν, σε πολιτικό και οργανωτικό επίπεδο, αυτή την κριτική και την απόρριψη της λενινιστικής γραφειοκρατίας, στην πραγματικότητα αναπαράγουν έναν άλλο τύπο ετερόνομης πολιτικής συμπεριφοράς, η οποία δεν έχει μεγαλύτερη σχέση με τη δημοκρατία από ό,τι το σταλινο-αριστερίστικο μοντέλο. Στο Σύνταγμα, βέβαια, φάνηκε κυρίως ο ρόλος των αριστερίστικων γραφειοκρατιών. Οι αναρχικοί απείχαν κι έτσι μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις μπορέσαμε να δούμε ανοιχτά το ρόλο τους μέσα σε ένα ευρύτερο κοινωνικό κίνημα. Πρέπει όμως να γίνει και μια ανάλυση των αναρχικών γκρουπούσκουλων, η δράση των οποίων, δε διαφέρει επουδενί, σε ό,τι αφορά στο ρόλο και τις πολιτικές του συνέπειες, από αυτή των σταλινο-αριστεριστών. Με αυτή την έννοια πρέπει να συμπληρώσουμε την κατηγοριοποίηση του Φαρζέτ, προκειμένου να περιλάβουμε σε αυτήν και τις πρακτικές και τα ήθη του λεγόμενου «α/α/α Χώρου», ο οποίος συνιστά μια ελληνική ιδιομορφία σε σχέση με τη γαλλική περίπτωση (στην οποία και αναφέρεται το κείμενο του Γκ. Φ.), καθώς στην Ελλάδα οι αναρχικοί δεν προέρχονται από το εργατικό κίνημα αλλά από την εισαγώμενη νεολαιίστικη Αντικουλτούρα της δεκαετίας του '70, με αποτέλεσμα να κατατρύχονται ακόμα από αρκετές εμμονές της.

Εν ολίγοις -καθώς δεν είναι αυτό το κύριο ζήτημα του κειμένου- το αναρχικό καπέλωμα διαφέρει από το αριστερό ως προς το εξής: είναι περισσότερο «εφηβικού» χαρακτήρα κι αυτό που το ενδιαφέρει δεν είναι τόσο να κυριαρχήσει επί των διαδικασιών, όσο το να διαφυλάξει την ιδεολογική καθαρότητα της εκάστοτε σέχτας, η οποία καθαρότητα έχει το ρόλο ενός ιερού φετίχ που εγγυάται την υπαρξιακή ταυτότητα των μελών αυτής της σέ-χτας. Έτσι, αυτό που κυρίως ενδιαφέρει τους αναρχικούς, οι οποίοι εν προκειμένω ενεργούν με έναν εντελώς ατομικιστικό τρόπο, δεν είναι να γίνουν αρεστοί στον ανένταχτο κόσμο, προκειμένου να τον προσεταιριστούν και να τον καπελώσουν αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να καταφέρουν οι ίδιοι να παραμείνουν αγνοί, δίχως δηλαδή να τους μιάνει ο μη αναρχικός κόσμος.

Γι' αυτό και η συνήθης τους στάση συνίσταται σε μια ιδεολογικοποίηση των ζητημάτων οργάνωσης και πρακτικής. Οι αναρχικοί θα τα μετατρέψουν σε αφορμές που θα τους επιτρέψουν να θέσουν «ζήτημα αρχών», προκειμένου να εκβιάσουν τη ΓΣ: ή θα αποδεχτείτε όλοι την ιδεολογική και θεωρητική μας αντίληψη, ή θα αποχωρήσουμε από το εγχείρημα.

Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε, ως εκ τούτου, να πούμε ότι τα συλλογικά εγχειρήματα δημοκρατικής έμπνευσης απειλούνται από τις δύο συμπληγάδες του γραφειοκρατικού-σεχταριστικού σύμπαντος: από τη μια πλευρά έχουμε τον σταλινο-αριστερισμό, ο οποίος προσπαθεί να επιβληθεί στα κινήματα «από τα πάνω», κάνοντας εισοδισμό σε αυτά, προκειμένου να τα καπελώσει και να τα κάνει να ψηφίσουν την εκάστοτε γραμμή του· από την άλλη πλευρά, έχουμε τον σεχταριστικό αναρχισμό, ο οποίος υπονομεύει τα κινήματα «από τα κάτω», σαμποτάροντας κάθε δυνατότητα συνεργασίας και ευρύτερου συντονισμού, με το να εγείρει συνεχώς «αξιακά ζητήματα», τα οποία εκπορεύονται από τις ιδεολογικές εμμονές των μελών του [15]. 

Σκοπός του πρώτου είναι να κυριαρχήσει επί των κινημάτων, προκειμένου να αυξήσει την μικροεξουσία του (σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης, εκλογικών ποσοστών κ.λπ.). Σκοπός του δεύτερου είναι να αυτοεπιβεβαιωθεί ιδεολογικά, είτε μέσω της επιβολής των εμμονών του στα κινήματα είτε μέσω μιας θεαματικής αποχώρησης από τις συλλογικές διαδικασίες, η οποία θα ερμηνευθεί ως προσπάθεια προστασίας από την πολιτική μόλυνση που θα προέκυπτε από μια υπέρ του δέοντος μακρόχρονη συνύπαρξη με πολιτικά αδαείς «μικροαστούς». Φυσικά υπάρχουν και εξαιρέσεις, ειδικά σε ό,τι αφορά στη δεύτερη περίπτωση. Ωστόσο, σε επίπεδο «ιδεοτύπων», δεν πιστεύουμε ότι πέφτουμε και πολύ έξω: αυτές είναι οι δύο βασικές μορφές πολιτικής ετερονομίας και αντιδημοκρατικής συμπεριφοράς που χαρακτηρίζουν τους σημερινούς «επαναστατικούς» πολιτικούς χώρους στην Ελλάδα (και όχι μόνο), παρ' όλο που, φυσικά, στην ζώσα πραγματικότητα δε συναντούμε πάντοτε τις δύο αυτές μορφές τόσο καθαρές και διακριτές τη μία από την άλλη.

Βασικές αρχές ενός πιθανού δημοκρατικού μοντέλου

Το βασικό πολιτικό πρόβλημα που θέτουν αυτές οι αντιδημοκρατικές συμπεριφορές -και κάνουμε λόγο για «πρόβλημα», καθώς, αρκετά συχνά, βρίσκουμε και τίμιους ανθρώπους οι οποίοι οδηγούνται στο να υιοθετούν ανάλογες πρακτικές και πολιτικές στάσεις, όχι από μια συνειδητή προσπάθεια χειραγώγησης (όπως κάνουν τα μεγάλα κεφάλια του αριστερισμού ή οι διάφοροι αναρχοπατέρες), αλλά εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο έχουν συνηθίσει να αντιλαμβάνονται τα πράγματα- είναι το εξής: πώς να συνδυάσουμε τη συμμετοχή μας σε μια πολιτική συλλογικότητα, με καθορισμένες λίγο πολύ αρχές και θέσεις, με τη συμμετοχή σε ένα εφήμερο εγχείρημα, στο οποίο συμμετέχει κόσμος από πολλές διαφορετικές πολιτικές τάσεις αλλά και πολιτιστικές καταβολές, δίχως να προσπαθήσουμε να επιβάλλουμε το ένα είδος πολιτικής μας ένταξης στο άλλο; Δίχως, με άλλα λόγια, να προσπαθήσουμε, είτε να επιβάλλουμε τις αρχές της συλλογικότητάς μας στη δημοκρατική συνέλευση του υπό συζήτηση εγχειρήματος, είτε να θρέψουμε την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να αυτοκαταργηθούμε ως φορείς συγκεκριμένων πολιτικών θέσεων, αφήνοντας τα ιδεολογικά μας κουστούμια στην γκαρνταρόμπα των κινηματικών διαδικασιών;

Πρόκειται για ένα ζήτημα καίριας σημασίας, το οποίο τέθηκε επανειλημμένως κατά τη διάρκεια του Κινήματος των Πλατειών. Όταν ο κόσμος προσπαθούσε να αντισταθεί στις καπελωματικές μηχανορραφίες των αριστεριστών, χρησιμοποιούνταν το πολύ σωστό επιχείρημα ότι η γενική ή δημοκρατική συνέλευση (ΔΣ) είναι τόπος συνδιαμόρφωσης, εντός της οποίας συμμετέχουμε ατομικά και όχι ως εκπρόσωποι ή φερέφωνα πολιτικών οργανώσεων. Σε αυτό οι αριστεριστές απαντούσαν -με σκοπό να θολώσουν τα νερά- ότι δε μπορούμε να αρνηθούμε τις πολιτικές μας εντάξεις και ότι, ως εκ τούτου, θα πρέπει να τις αναγνωρίσουμε και να τις αποδεχτούμε. Αυτή η σοφιστεία, φυσικά, βασιζόταν στη σύγχυση της πολιτικής ένταξης ή καταβολής με την κομματική ένταξη: πατώντας στην εύλογη διαπίστωση ότι ένας αριστερός ή αναρχικός δε μπορεί να πάψει να είναι αριστερός ή αναρχικός μόνο και μόνο επειδή συμμετέχει σε ένα εγχείρημα με μαζί με άτομα διαφορετικών πολιτικών καταβολών, η σταλινοαριστερίστικη αγκιτάτσια ήθελε να κάνει αποδεχτή την κομματικού τύπου συμμετοχή στις ΔΣ.

Για τους μυημένους στα μικροπολιτικά κόλπα του αριστερίστικου φοιτητοσυνδικαλισμού ήταν προφανής η σοφισματική φύση αυτών των συλλογισμών. Ωστόσο αρκετός ανένταχτος κόσμος, πολιτικά τίμιος και συχνά υπέρ της άμεσης δημοκρατίας, δυσκολευόταν να κατανοήσει που είναι το μεμπτό σε αυτή την ανάλυση. Αυτή η δυσκολία δεν ήταν προϊόν μόνο μιας έλλειψης πολιτικής -ή, πιο συγκεκριμένα, κινηματικής- εμπειρίας, όσο της ίδιας της περιπλοκότητας του ζητήματος. Είδαμε, άλλωστε, ότι και η κριτική στη «λογική των πολιτικών ταυτοτήτων» αστοχεί, τελικά, καθώς αδυνατεί να αντιληφθεί ότι δε χρειάζεται να απαρνηθεί κανείς την πολιτική του ταυτότητα, προκειμένου να μη γίνει ιδεολόγος -με την αρνητική έννοια του όρου- και σεχταριστής γραφειοκράτης, ο οποίος θα προσπαθήσει να επιβάλλει πάση θυσία στις συλλογικές διαδικασίες και στην ΔΣ το ιδεολογικό του άρθρο πίστης.

Το ζήτημα δεν έχει να κάνει με την άρνηση ή την κατάφαση των πολιτικών μας ταυτοτήτων, αλλά με το πώς ορίζουμε και πώς αντιλαμβανόμαστε, στα πλαίσια του γενικότερης αντίληψής μας περί πολιτικής, αυτές μας τις πολιτικές ταυτότητες και τον ρόλο τους. Θεωρούμε πως ο καθορισμός του πολιτικού μας προτάγματος είναι κάτι που μπορεί να έρθει εις πέρας μόνο από την ίδια την εκάστοτε πολιτική ομάδα, μέσω μιας κλειστής διαδικασίας, ή θεωρούμε, από την άλλη πλευρά, ότι η διαπερατότητα της πολιτικής ομάδας από την «κοινωνία» συνιστά απαραίτητο και θεμελιώδη όρο σε κάθε προσπάθεια καθορισμού ενός ελάχιστου πολιτικού προγράμματος; Αν πιστεύουμε το πρώτο, είμαστε εκ γενετής και αθεράπευτα γραφειοκράτες και ιδεολόγοι, ακόμα κι αν σε επίπεδο περιεχομένου των ιδεών παρουσιαζόμαστε ως ελευθεριακοί ή αμεσοδημοκράτες [16]. Αν επιλέξουμε το δεύτερο, αντίθετα, έχουμε αρκετές πιθανότητες να αποφύγουμε το ναρκισσιστικό κλείσιμο στον εαυτό μας και τη συνακόλουθη τάση να μας παίρνουμε τόσο πολύ στα σοβαρά, ώστε να μην ντρεπόμαστε να επιβάλλουμε τις απόψεις μας σε όλον τον υπόλοιπο κόσμο.

Αν διακατεχόμαστε από μια τέτοιου είδους πολιτική «μετριοφροσύνη», έχουμε αρκετές πιθανότητες να διατηρούμε μια διαυγή και αυτοκριτική στάση, η οποία μας επιτρέπει να παραμένουμε ανοιχτοί και ανοιχτές στην κοινωνία, τόσο σε επίπεδο ατόμων όσο και σε επίπεδο συλλογικότητας. Αν το πετύχουμε αυτό, τότε όχι μόνο δε νιώθουμε την ανάγκη να επιβάλλουμε καπελωματικά τις θέσεις μας σε ένα ευρύτερο πολιτικό εγχείρημα στο οποίο τυγχάνει να συμμετέχουμε ή να υποστηρίζουμε, αλλά, όλως αντιθέτως, θεωρούμε αυτή μας τη συμμετοχή ως μια πρώτης τάξης ευκαιρία για την δοκιμή των πολιτικών μας θέσεων (σε ό,τι έχει να κάνει με την πιθανή τους διαύγεια και ευστοχία) αλλά και για τον εμπλουτισμό ή την πιθανή διόρθωσή τους.

Αυτή η στάση δε συνεπάγεται σε καμία περίπτωση ότι σηκώνουμε τα χέρια μπροστά στο αυθόρμητο και ότι δεν προσπαθούμε, στο μέτρο του δυνατού -και με απόλυτο σεβασμό στις δημοκρατικές διαδικασίες- να παρέμβουμε και να υποστηρίξουμε θέσεις που μας φαίνονται σωστές. Ωστόσο κάτι τέτοιο γίνεται στα πλαίσια μιας αντίληψης που βλέπει ως θεμελιωδώς και «οντολογικά» ίσους και ίσες όλους τους συμμετέχοντες και τις συμμετέχουσες στην ΔΣ, ασχέτως αν πρόκειται για άτομα ανένταχτα, με λιγότερη εμπειρία κ.λπ. Όσο έχουμε εμείς να προσφέρουμε σε ένα συλλογικό εγχείρημα μέσω της όποιας εμπειρίας μας και του γεγονότος ότι ασχολούμαστε σχεδόν επαγγελματικά και επί καθημερινής βάσης με το να σκεφτόμαστε πάνω στα πολιτικά ζητήματα, άλλο τόσο έχει να προσφέρει και ο ανένταχτος κόσμος, που δεν είναι καθηλωμένος σε ιδεολογικά σχήματα και πεπαλαιωμένους τρόπους σκέψης. 

Το θέμα είναι ο άλλος και η άλλη να γίνουν αντιληπτοί ως ισότιμοι συνομιλητές: ούτε να εξυψώνονται, ως δήθεν εκφραστές της αδιαμεσολάβητης Αλήθειας του κοινωνιού, με τους οποίους πρέπει πάντοτε να συμφωνούμε, καθώς, αν τους ασκήσουμε κριτική αυτόματα τους καπελώνουμε· αλλά ούτε και να θεωρούνται αναλώσιμοι μαλάκες, τους οποίους απλώς πρέπει να κοροϊδέψουμε ή να καλοπιάσουμε, απλώς για ψηφίσουν την πρότασή μας ή για να μας βοηθήσουν να επιβληθούμε στους αριστεριστές. Αν κάποιος θα πρέπει να θεωρείται a priori περισσότερο ηλίθιος και πολιτικά κρετίνος από τους υπόλοιπους, αυτοί είναι οι λεγόμενοι στρατευμένοι και οι γραφειοκράτες, ενάντια στους οποίους θα πρέπει να γίνεται διαρκής προσπάθεια, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και με σχετικώς «έκνομα» μέσα, προκειμένου να τους αποτρέπουμε να παρακωλύουν τις δημοκρατικές διαδικασίες [17].

Με αυτήν την έννοια, η συμμετοχή των πολιτικών ομάδων σε συλλογικές διαδικασίες που περιλαμβάνουν ανένταχτο κόσμο θα πρέπει να γίνεται αντιληπτή ως ένα πραγματικό πολιτικό σχολείο, το οποίο παρέχει στα μέλη της οργάνωσης ευκαιρίες πολιτικής οξυγόνωσης, η οποία τους βοηθά να μετριάζουν την εγγενή, σχεδόν, τάση των ομάδων μικρής κλίμακας προς την κλειστότητα και την ιδεολογική αρτηριοσκλήρωση. Για να είναι όμως ικανή μια πολιτική ομάδα αρχών να συμπεριφέρεται με τέτοιο τρόπο, πρέπει να έχει και σε μόνιμο επίπεδο μια εντελώς συγκεκριμένη οργανωτική δομή, η οποία διαπαιδαγωγεί τα μέλη της βάσει της πολιτικής αντίληψης που προσπαθήσαμε να σκιαγραφήσουμε.

Δε μπορούμε εδώ να πλατειάσουμε ιδιαίτερα, οπότε θα συνοψίσουμε τη βασική μας ιδέα -εν όψει μελλοντικών περαιτέρω διευκρινίσεων- ως εξής: θα πρέπει όλα τα μέλη μιας τέτοιας ομάδας να προσπαθούν να συμμετέχουν σε συλλογικά εγχειρήματα της καθημερινότητάς τους (είτε πρόκειται για κάποια συνδικαλιστική κίνηση στη δουλειά ή στο πανεπιστήμιο, είτε για μια λαϊκή συνέλευση γειτονιάς κ.λπ.), ακολουθώντας και εκεί τις αρχές που μόλις περιγράψαμε. Αυτή η διαρκής εμπλοκή 8ε κοινωνικές διεργασίες που ξεπερνούν τους κατεστημένους πολιτικούς χώρους συνιστούν το πολιτικό οξυγόνο της ομάδας και της επιτρέπουν να εκτιμά διαυγέστερα, να τροποποιεί αλλά και να εμπλουτίζει, όπου χρειάζεται, τις θέσεις της. Είναι αυτή η διαρκής συμμετοχή που θα επιτρέψει σε μια εκ των πραγμάτων μικρή και ολιγάνθρωπη ομάδα να μην κλείνεται στον εαυτό της και να μην αναπτύσσει, όχι απλώς μια ιδιόγλωσσα ακατανόητη στους αμύητους (όπως είναι η ξύλινη γλώσσα των αριστεριστών και η εξαρχειώτικη ιδιόλεκτος των αναρχικών), αλλά και μια ιδιο-αντίψη, η οποία την αποκόπτει από την ζώσα πραγματικότητα και την εγκλείει στην δική της, ιδιαίτερη, χρονικότητα.

Όπως το τονίζει και ο Γκι Φαρζέτ στο κείμενό του που παραθέσαμε και σχολιάσαμε σε προηγούμενο κομμάτι του άρθρου μας -επαναλαμβάνοντας σε αυτό το σημείο την βαθύτερη, ίσως, φιλοσοφική συμβολή του Καστο-ριάδη στην πολιτική σκέψη [18]- καμία αρχή, οργανωτική ή ευρύτερα πολιτική, δε μπορεί να μας απαλλάξει από τη διαρκή ευθύνη της πολιτικής εγρήγορσης και διαύγειας, που συνεπάγεται και απαιτεί κάθε προσπάθεια δημοκρατικής πολιτικής δραστηριοποίησης. Η μάχη απέναντι σε αυτήν την «ολιγωρία» (η οποία, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, είναι υπεύθυνη για την πτώση των πολιτειών και την πολιτική τους υποδούλωσή) είναι διαρκής και καθημερινή, τόσο σε επίπεδο πράξης (ενάντια στον πειρασμό της υιοθέτησης αντιδημοκρατικών πρακτικών) όσο και σε επίπεδο σκέψης και αντίληψης (ενάντια στον γλυκό πειρασμό της ναρκισσιστικής κλειστότητας και των ιδεολογικών βεβαιοτήτων που την εγγυώνται). Ωστόσο, πιστεύουμε ότι οι αρχές αλλά και ο προβληματισμός που προσπαθήσαμε να καταγράψουμε και να εκθέσουμε, μπορούν να λειτουργήσουν ως μια ελάχιστη πυξίδα αποφυγής τέτοιων σφαλμάτων. Άλλωστε αυτό είναι το παράδοξο της δημοκρατικής πράξης: ενώ δε μπορεί να ρυθμιστεί εκ των προτέρων, άπαξ και διά παντός, αναγνωρίζει, παράλληλα, ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά -η κοινωνική ζωή γενικώς- έχει ανάγκη από κανόνες και καθοδηγητικές αρχές. Και γι' αυτό ακριβώς προσπαθεί να υιοθετεί μια στάση που δε θα μετατρέπει αυτούς τους κανόνες και τις αρχές σε ιερά τοτέμ που δεν τολμούμε να θέσουμε υπό ερώτηση.


Σημειώσεις

[1]. Βλ. χαρακτηριστικά την μπροσούρα της Συνέλευσης για την Κυκλοφορία των Αγώνων (ΣΚΥΑ), Remember December, Fight Now. Εμπειρίες και κριτική αποτίμηση μέσα από τις κοινότητες αγώνα του Δεκέμβρη (Αθήνα, 2010), ειδικά, σ. 57 κ.ε.

[2]. N. Μάλλιαρης, «Στην υπεράσπιση της πολιτικής. Μια κριτική στον σύγχρονο μηδενισμό», Πρόταγμα, τ. 2, Ιούνιος 2011.

[3]. Γ. Φαρζέτ, «Η μάταιη αναζήτηση του Άγιου Δισκοπότηρου της Οργάνωσης», σε αυτό το τεύχος.

[4]. Βλ. μια μικρή ανάλυση του τρόπου με τον οποίο αυτή η λογική αντιμετώπισε, σε επίπεδο δημόσιου λόγου, τις επιβαλλόμενες μνημονιακές πολιτικές, στο κείμενο της ομάδας μας «Το Κίνημα των Πλατειών και οι δυσκολίες δημιουργίας ενός δημοκρατικού κινήματος», Πρόταγμα, τ. 3, Δεκέμβριος 2011, σ. 35 κ. ε.

[5]. Βλ. σχετικά την περιεκτική ανάλυση του Γ. Μπίλλα, «Η επανανοηματοδότηση της ζωής ως ζητούμενο» (αναδημοσιευμένο στο ιστολόγιο της ομάδας μας, http://protagma.wordpress. com). Αυτήν την προβληματική φαίνεται πως την παραβλέπει ο Στ. Σταυρίδης, στο κείμενό του «Ανανεώνοντας το πρόταγμα της αυτονομίας μέσα από αλληλέγγυες συλλογικές πρακτικές επιβίωσης» (http://eflmeridadrasi.blogspot.gr/2012/06/blog-post_09.html).

[6]. Βλ. σχετικά με αυτό το θέμα και την κριτική παρουσίαση του κειμένου του Π. Κονδύλη, Η καχεξία του αστικού στοιχείου στην νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία, σε αυτό το τεύχος.

[7]. Βλ. το παράδειγμα της «εθνικής απελευθερωμένης ζώνης» στο χωριό Γιάμελ, στο βόρειο κομμάτι της χώρας («Νεοναζί νέας κοπής», Το Βήμα, 28/3/2012)

[8]. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, ο αριθμός αυτών των ένοπλων πολιτοφυλακών αυξήθηκε κατά 55% μέσα στον τελευταίο χρόνο, από 824 σε 1274 (J. Epstein, "Jane Jacobs & the Republican Radicals", στο ιστολόγιο του New York Review of Books, 30/3/2012, http://www.nybooks. com/blogs/nyrblog/2012/mar/30/jane-jacobs-neocons-health-care/).

[9]. Με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, φυσικά, τις φιλανθρωπίες της Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας. Αυτό το φαινόμενο όμως παρατηρήθηκε και στην Τυνησία, κατά τη διάρκεια της Αραβικής Άνοιξης, όταν οι ισλαμιστές αναλάμβαναν τον ρόλο της αστυνομίας στις συνοικίες της Τύνιδας, όταν ο κρατικός μηχανισμός είχε καταρρεύσει. Δε θα πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε την προσπάθεια σύστασης ενός είδους ισλαμικής «αστυνομίας των ηθών» σε προάστια δυτικών μητροπόλεων, μέσα στις αραβικές κοινότητες των οποίων κυριαρχούν οι ισλαμιστές: εκεί το κράτος καταργείται και εφαρμόζεται εκ των πραγμάτων ο ισλαμικός νόμος.

[10]. Βλ., για παράδειγμα, τη χαρακτηριστική περίπτωση των Ελεύθερων Γυναικών, κατά την Ισπανική Επανάσταση, και τη σύγκρουσή τους, πολλές φορές, με βασικά στελέχη της CNT-FAI, σχετικά με τον τρόπο αντίληψης των πολιτικών προτεραιοτήτων της επανάστασης. Βλ. σχετικά, Ε. Α. Γρανέλ, «Ελεύθερες Γυναίκες (1936-1939): μια φεμινιστική οργάνωση» (Πρό-ταγμα, τ. 2, Ιούνιος 2011).

[11]. Χωρίς να μπούμε σε λεπτομέρειες, μπορούμε να πούμε ότι οι σχετικές με το ζήτημα της οργάνωσης συζητήσεις μέσα σε ομάδες σαν το Socialisme ou Barbarie δεν είχαν να κάνουν τόσο με το ξεπέρασμα ή όχι του υποτιθέμενα λενινιστικού χαρακτήρα τους, όπως πίστευαν ο Κλοντ Λεφόρ ή ο Ανρί Σιμόν, αλλά με τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε πλέον να ορίζουμε το περιεχόμενο της πολιτικής μέσα σε αυτές τις νέες συνθήκες. Γι' αυτό και η πραγματική σύγκρουση, στη συνέχεια, έγινε ανάμεσα στους «νεωτεριστές» της «Τάσης» (με προεξάρχοντα τον Καστοριάδη) και τους παραδοσιακούς μαρξιστές της «Αντί-Τάσης»: εκεί που οι πρώτοι πίστευαν ότι η πολιτική κριτική και θεματολογία της ομάδας θα έπρεπε να ανοίξει και να αρχίσει να αγκαλιάζει το σύνολο της κοινωνικής ζωής, οι δεύτεροι έμειναν προσκολλημένοι στην παραδοσιακή αντίληψη, που ασχολιόταν σχεδόν αποκλειστικά με τους «εργατικούς αγώνες». Βλ. σχετικά με αυτές τις συζητήσεις το κείμενο του Φ. Γκοτρό, « Socialisme ou Barbarie 1962-1963: από τις ρωγμές στο σχίσμα», μέρος Α' (περιοδικό Μάγμα, τ. 3, Δεκέμβριος 2008) και μέρος Β' (Μάγμα, τ. 4, Ιούνιος 2009).

[12]. Και αυτό που είναι πολύ ενδιαφέρον είναι ότι ακόμα και όσοι συνέχιζαν, υποτίθεται, να θέτουν το κοινωνικό ζήτημα στην ολότητά του, άρχισαν, όλο και περισσότερο, να μετατρέπουν σε σχήματα ανάλυσης της κοινωνίας γενικά, τις θεωρίες που είχαν προέλθει, στο μεταξύ, από μονοθεματικού τύπου αναζητήσεις. Έτσι, π.χ., μετά τον Μάη του '68 αρχίζει να προωθείται μια φουκοειδής ανάλυση της κοινωνίας, σύμφωνα με την οποία οι δυτικές κοινωνίες είναι ολοκληρωτικές, είναι «κοινωνίες ελέγχου» που δε διαφέρουν, σε γενικές γραμμές, από μια τεράστια φυλακή κ.λπ.

[13]. Χαρακτηριστικό υπό αυτή την έννοια είναι το παράδειγμα της συζήτησης γύρω από τις καθαρά γυναικείες φεμινιστικές ομάδες (ομάδες αυτογνωσίας κ.λπ.).

[14]. Σχετικά με την ανάλυση του ρόλου των αριστερών γραφειοκρατιών στις κοινωνικές κινητοποιήσεις όπως επίσης και σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο καταστέλλουν τη δυναμική τους και διώχνουν τον ανένταχτο κόσμο, βλ. τις εξής δύο μαρτυρίες: το κείμενό μας «Κάτω οι γραφειοκρατίες, πάνω οι Πλατείες, Vol 2» (Πρόταγμα, τ. 3, ό. π.), σχετικά με τη Θεματική Πολιτικής στο Σύνταγμα, και το κείμενο της ΣΚΥΑ, «Λαϊκή συνέλευση Ζωγράφου: ένα βήμα αριστερά, δύο βήματα πίσω» (στην ιστοσελίδα http://skya.espiv.net/), σχετικά με τη Λαϊκή Συνέλευση Ζωγράφου.

[15]. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τέτοιου σαμποτάζ, από τις πρόσφατες περιπτώσεις, υπήρξε η παρέμβαση διάφορων παρακείμενων αναρχικών ομάδων στη συνέλευση του Πάρκου Κύπρου και Πατησίων, στην Αθήνα.

[16]. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτού του συμπτώματος, σε ελληνικό επίπεδο, είναι το περίφημο Δίκτυο Περιπεκτικής Δημοκρατίας, το πολιτικό μαγαζί του Τάκη Φωτόπουλου.

[17]. Βλ. σχετικά με αυτήν την ιδέα των «ομάδων δράσης», το κείμενο που συνυπογράφει η ομάδα μας με τη γαλλική συλλογικότητα Κοινοί Τόποι, «Για αυτόνομες και δημοκρατικές συνελεύσεις», στο παρόν τεύχος.

[18]. Βλ. σχετικά τις τοποθετήσεις του Καστοριάδη στη συζήτησή του με μια σειρά φιλελεύθερων σοσιαλδημοκρατών στο «Για την άμεση δημοκρατία και την αυτονομία» (Πρόταγμα, τ. 3, ό. π., σ. 99 κ. ε.) γύρω από το ζήτημα των a priori πολιτικών «εγγυήσεων» για την μη αποτυχία ενός δημοκρατικού εγχειρήματος.

# Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “ΠΡΟΤΑΓΜΑ”-Τεύχος 4-Ιούνιος 2012 #


Σημείωση ιστολογίου: 

Μπορείτε να κατεβάσετε σε μορφή pdf το πολύ ενδιαφέρον κείμενο πατώντας το εικονίδιο



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.