Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

Αθάνατο ελληνικό χωριό


Τα μικρά τουριστικά σημεία της χώρας (νησάκια, απομονωμένα παραθαλάσσια θέρετρα) αποτελούν ένα συμπυκνωμένο δείγμα της άποψης ότι η Ελλάδα είναι ένας πολύ όμορφος τόπος, που η πλειοψηφία των κατοίκων του είναι βαριά μαλάκες.

Έχω τη χαρά και την τιμή να βλέπω κάθε χρόνο πώς εξελίσσονται τα πράγματα στο νησί, και πραγματικά ποτέ δεν πέφτω έξω στις προβλέψεις μου. Ούτε από το νησί, ούτε από τα άλλα νησιά και μέρη που παραθερίζουν άνθρωποι που γνωρίζω κι έχουν τα λεφτά ή τον τρόπο για να περνούν κάθε καλοκαίρι με χταποδάκια, τσίπουρα, φρέσκα ψάρια και βαρκάδες στο πέλαγος.

Ένα μικρό δημοφιλές τουριστικό μέρος με περιορισμένο πληθυσμό, είναι σχεδόν βέβαιο ότι κατοικείται ως επί το πλείστον από ανθρώπους οι οποίοι έχουν μαζέψει λεφτά για να ζήσουν σα βασιλιάδες για πέντε ζωές.

Κάποτε το μέρος τους δεν ήταν ούτε για φτύσιμο. Πήγαιναν μόνο κάποιοι ψαγμένοι, όσοι είχαν συγγενείς εκεί αλλά ζούσαν στην πόλη, και μερικοί ψυχανώμαλοι που όσο πιο πολλές μέρες περνούσαν στο λεωφορείο ή το πλοίο μέχρι να φτάσουν, τόσο περισσότερο την έβρισκαν.

Οι μόνιμοι κάτοικοι ψάρευαν ή είχαν κάνα ζώο ή φύτευαν τίποτα για να ζήσουν. Πολλοί έφυγαν για Γερμανία, Αυστραλία, Αμερική κι άλλα μέρη, αφού μετά τον εμφύλιο κανείς τους δεν μπορούσε να καταλάβει ότι αν ζεις μέσα στη φύση και το κορμί σου είναι γερό, δεν έχεις ανάγκη από κανέναν κερατά στην πόλη για να σε ζει.

Όμως εκείνοι λέγανε ότι ήταν φτωχοί, αλλά κατά βάθος ήθελαν να είναι υπάλληλοι ακόμη και σε ανθρακωρυχείο στο Έσσεν αντί να συνεργαστούν για να καλυτερεύσουν τη ζωή και τον τόπο τους.

Όσοι έμειναν πίσω στήριζαν φανατικά τους πολιτικούς που τους γάμησαν τη ζωή κι έστειλαν το σόι τους στα έγκατα της γερμανικής γης, όμως αυτό είχε τη γλύκα του μιας και τα μέρη τους έγιναν στην πορεία σκηνικά για ελληνικές ταινίες της Αλίκης Βουγιουκλάκη και του Δημήτρη Παπαμιχαήλ, οπότε απέκτησαν κι εκείνοι λίγη από τη δόξα που χρειαζόταν για να πάρει μπροστά η τουριστική βιομηχανία.
Τα περισσότερα ελληνικά νησιά ήταν άγνωστα εκείνα τα χρόνια στους ξένους τουρίστες.
Σιγά-σιγά όμως μάθανε κι άλλοι ότι η Ελλάδα:

  • Πρώτον: Δεν είναι νησί
  • Δεύτερον: Δεν έχει μόνο τη Μύκονο και τη Σαντορίνη
  • Τρίτον: Δεν εξορίζουμε κόσμο σε όλα τα νησιά του Αιγαίου
  • Τέταρτον: Το παλιό κοτέτσι μπορεί με ένα ασπρισματάκι κι ένα σκοροφαγωμένο ντιβάνι να γίνει και γαμώ τα rooms to let.


Τα ενοικιαζόμενα δωματιάκια με το κοινό μπάνιο ήταν κομμάτι του εξτρίμ ελληνικού μύθου.
Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού νοίκιαζε την αποθήκη και τη στάνη στους τουρίστες, κι όλοι μαζί το πρωί έδιναν ραντεβού στη χέστρα της αυλής για να ανταλλάξουν απόψεις και τοπικές συνταγές που διευκολύνουν το χέσιμο με ουρά δέκα ανθρώπων έξω από την πόρτα της τουαλέτας.

Οι ντόπιοι ήταν καλοί άνθρωποι, γι’ αυτό και οι περισσότεροι εξ αυτών έγδερναν τους τουρίστες χορεύοντάς τους Ζορμπά δε Γκρικ. Υπήρχαν όμως κάποιοι οι οποίοι ήταν πραγματικά καλοί με όλους, εξυπηρετικοί, και προσπαθούσαν να κάνουν το καλύτερο για τον τόπο τους και τους επισκέπτες, όμως συνήθως αυτούς τους κάρφωναν οι ρουφιάνοι κι αναγκάζονταν να φύγουν για να γίνουν υπάλληλοι στην Αθήνα.

Οι ενοικιαζόμενες τρώγλες έφεραν χρήμα κι άνοιξαν την όρεξη στους κατοίκους, ενώ όσοι ήταν έξυπνοι κι έκαναν room to let ακόμη και το σκυλόσπιτό τους, κατάφεραν να βγάλουν κάποια παραπάνω λεφτά, να γίνουν σημαντικές προσωπικότητες, και να αρχίσουν να καταπατούν τα χωράφια όσων φουκαριάρηδων δεν είχαν τη δυνατότητα να λαδώσουν εκείνους που έπρεπε.

Κάπως έτσι άρχισαν να χτίζονται οι περιουσίες. Πολλοί καταπατητές έγιναν αφεντικά όσων τους έπαιρναν τα χωράφια, αλλά δεν τους πολυάφηναν να αγγίξουν τις κόρες τους γιατί τις προόριζαν για τους συγγενείς του διπλανού χωριού.
Στα περισσότερα μέρη τα ξαδέρφια γαμιόντουσαν μεταξύ τους –ενίοτε και τα αδέρφια- και κάνανε πέντε-έξι παιδιά το καθένα. Δυστυχώς, δεν ήξεραν ότι ο άνθρωπος δεν αναπαράγεται σαν τη γάτα, όμως αυτό δεν τους πολυπείραζε μιας και τα παιδιά ήταν αναλώσιμα, ενώ όσο περισσότερο καταπατούσαν τη γη άλλων και νοίκιαζαν τα βρωμόσπιτά τους σε τουρίστες, τόσο πιο πολλά παιδιά γεννούσαν για να κάνουν τις βαριές δουλειές.

Όσο περνούσαν τα χρόνια η στάνη απέκτησε δική της τουαλέτα, ενώ οι ιδιοκτήτες έφτασαν να ασχολούνται με τον τουρισμό, τη γεωργία, την αλιεία και το εμπόριο, μιας και ξεκίνησαν να στήνουν τις ταβέρνες, τα μαγαζιά, τις αγορές κι όλες εκείνες τις μπίζνες που χρειάζονται για να ξεζουμίσει τον επισκέπτη μουρμουρίζοντας μπινελίκια κάθε φορά που δεν ξόδευε αυτά που ήθελε.

Σχεδόν όλοι κατέβηκαν στην Αθήνα για να αγοράσουν διαμερίσματα με αντιπαροχή, οπότε ήρθαν κι έδεσαν με τα καθίκια της πόλης, οι περισσότεροι εκ των οποίων κατάγονταν από ζάμπλουτες οικογένειες μαυραγοριτών της Κατοχής.

Παρόλα αυτά, ελάχιστες ήταν οι περιπτώσεις όπου αποφάσισαν να ρίξουν από μόνοι τους λεφτά για να βελτιώσουν τις υποδομές του τόπου τους, αφού γι’ αυτό υποτίθεται ότι θα φρόντιζε ο αγαπημένος τοπικός βουλευτής που κάθε τέσσερα χρόνια υποσχόταν ένα λιμάνι, μια γέφυρα, μια γεωργική σχολή και πολλές χιλιάδες ξανθούς γαλανομάτηδες τουρίστες γεμάτους δολάρια.

Μερικά μέρη είχαν την ευκαιρία να φτιαχτούν εξ αρχής από πάμπλουτους Έλληνες που έκαναν χρυσές δουλειές με τις κυβερνήσεις της Ελλάδας – ειδικά τη χούντα και το ΠΑΣΟΚ. Γι’ αυτό και δεν είναι λίγα τα αγάλματα των «εθνικών ευεργετών» που κοσμούν πολλές τουριστικές περιοχές της χώρας.

Στην πορεία, και για να μην τα πολυλογώ, οι στάνες έγιναν villas και resorts, οι καταπατητές νομιμοποίησαν τα κτήματα και τα ακίνητά τους –πολλά από τα οποία μοσχοπούλησαν σε εξωφρενικές τιμές- ενώ οι ίδιοι γέρασαν, έβαλαν ένα γκρίζο κοντομάνικο πουκάμισο κι ένα καφέ παντελόνι, τσακώθηκαν με το σαπούνι, στήνονται κάθε βράδυ σε μια πλαστική καρέκλα έξω από το μαγαζί ή το σπίτι τους στο κεντρικό σημείο του νησιού, και σε κοιτούν περίεργα όταν περνάς από μπροστά τους και νομίζεις ότι αποτελούν κομμάτι του γραφικού ντεκόρ του χωριού ή απλά λες «κοίτα τον καημένο πώς είναι», ενώ ο «καημένος» δεν ξέρει τι έχει. Κι αν σου πουν τι ψηφίζουν, τότε οι επιλογές δεν είναι πολλές: ΠΑΣΟΚ, ΝΔ ή Χρυσή Αυγή.

Δυστυχώς, όλοι αυτοί δεν έχουν ιδέα τι έχει συμβεί στην υπόλοιπη Ελλάδα, εκτός από μερικούς φουκαριάρηδες οι οποίοι δεν ήταν τόσο μπαγαμπόντηδες κι έμειναν στο τέλος με το αγγούρι στο κώλο να προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα χειμώνα-καλοκαίρι.

Οι περισσότεροι –κι αν όχι όλοι- από τους λεφτάδες μισούν όσους πάλεψαν για να βελτιώσουν τον τόπο τους, να του βάλουν αποχετεύσεις, να φτιάξουν τους δρόμους, να διαφημίσουν το μέρος στο εξωτερικό, να κάνουν κάποιες συμφέρουσες συμφωνίες, παρότι γνωρίζουν πως αν δεν γίνονταν κάποια πράγματα, τότε θα εξακολουθούσαν να ζουν στο κοτέτσι με το κοινό μπάνιο, ακόμη κι αν τα λεφτά τους έφταναν για να γεμίσουν τη μπανιέρα με χρυσές λίρες.

Κι είναι σχεδόν βέβαιο ότι πολλοί από αυτούς θα πεθάνουν με την ευχή να γυρίσουν πίσω στην εποχή που καταπατούσαν το ένα χωράφι μετά το άλλο και τα παιδιά τους πεθαίνανε σαν τις μύγες από μια απλή γριπούλα. Άλλωστε, κάθε ρουφιάνος που καρφώνει τον διπλανό ανταγωνιστή όταν προσπαθεί να κάνει κάτι για να γίνει καλύτερος, με αυτήν την νοοτροπία ζει, μ’ αυτήν πεθαίνει.

Πηγή:http://polyfimoss.wordpress.com/2014/08/19

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.