Σάββατο, 6 Ιουνίου 2015

H γεωπολιτική του παγωμένου χρόνου..


ΤΟΥ ΔΡ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΡΙΒΑ*

Ενώ η γεωπολιτική πραγματικότητα του πλανήτη είναι σε φάση βίαιων και έντονων μεταλλάξεων, η Ευρώπη δείχνει να βρίσκεται σε αδυναμία να προσαρμοστεί σε αυτή και να αντιμετωπίσει τα νέα δεδομένα. Στο προηγούμενο άρθρο του στα «Επίκαιρα» ο γράφων είχε επιχειρηματολογήσει για το πώς η στρατηγική της Δύσης έναντι της Ρωσίας είναι από αντιπαραγωγική έως αυτοκαταστροφική και ουσιαστικά προωθεί τη δημιουργία μιας μεγάλης Ευρασίας, η οποία θα αποτελείται από το τρίγωνο Ρωσίας - Κίνας - Ινδίας, που απειλεί να απορροφήσει το σύνολο των ευρασιατικών κρατών, δημιουργώντας έτσι το πρόπλασμα μιας παγκόσμιας υπερδύναμης, πρωτοφανούς στην ανθρώπινη ιστορία.

Κι αναρωτιέται εύλογα κανείς, αν πράγματι έχουν βάση αυτοί οι ισχυρισμοί, τότε γιατί οι Ευρωπαίοι λειτουργούν με αυτό τον τρόπο; Είναι άραγε τόσο ανίκανοι να δουν τα γεωστρατηγικά τους συμφέροντα; Η απάντηση, δυστυχώς, ενδέχεται να είναι ένα ξεκάθαρο «ναι».
Μεταξύ των άλλων, Αμερικανοί ειδικοί έχουν αναφερθεί στην παγίδα της «φούσκας του τέλους της ιστορίας» («post history bubble»), στην οποία έχει εγκλωβιστεί η Ευρώπη μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Δηλαδή στην ανεδαφική και πεισματική εμμονή στην πίστη ότι οι γεωστρατηγικοί ανταγωνισμοί είχαν φτάσει στο τέλος τους μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και πως πλέον θα κυριαρχούσε μια φιλελεύθερη νέα παγκόσμια τάξη στον κόσμο, όπου το μόνο που θα είχε σημασία θα ήταν τα οικονομικά ζητήματα - πάντοτε υπό το φως της σοφίας των φιλελεύθερων οικονομικών θεωριών.

Οι συγγενείς με αυτή τη μεταφυσική ανάγνωση του κόσμου απόψεις περί υποκατάστασης της γεωπολιτικής από τη «γεωοικονομία» κυριάρχησαν στα ευρωπαϊκά ιερατεία και παγίδευσαν την Ευρωπαϊκή Ένωση σε έναν φανταστικό κόσμο. Στην πάροδο των ετών, η προσήλωση στα γεωοικονομικά ζητήματα εκφυλίστηκε σε εμμονή με τα οικονομικά θέματα και εν συνεχεία με τα αμιγώς χρηματοοικονομικά, εξαλείφοντας τα όποια απομεινάρια γεωπολιτικής σκέψης, εξέλιξη που οδήγησε σε ένα άτυπο κενό εξουσίας.

Κατά κάποιον τρόπο, θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε την ΕΕ με μια εταιρεία στην οποία, με πραξικοπηματικό τρόπο, την εξουσία κατέλαβαν οι λογιστές, θέτοντας στο περιθώριο το διοικητικό συμβούλιο, τη διεύθυνση στρατηγικού σχεδιασμού, τη διεύθυνση ανθρωπίνων πόρων, τη διεύθυνση μάρκετινγκ, τους πάντες. Αν για μια εταιρεία αυτή θα ήταν μια αναπόφευκτη συνταγή καταστροφής, είναι πολύ παραπάνω για μια γεωπολιτική οντότητα που βρίσκεται σε μια κρίσιμη περιοχή του κόσμου και σε μια κρίσιμη ιστορική περίοδο.

Ωστόσο, απ' ό,τι φαίνεται, ενδέχεται τα πράγματα να είναι ακόμη χειρότερα. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες δείχνουν να ζουν σε μια παρανοϊκή φαντασίωση μεγαλείου, έχοντας εγκλωβιστεί σε έναν παρελθόντα χωροχρόνο. Για την ακρίβεια, φαίνεται πως πιστεύουν ότι ζουν σε ένα διαρκές 1991, όταν μια τσακισμένη οικονομικά Ρωσία είχε διαδεχθεί τη διαλυμένη Σοβιετική Ένωση. Ο εγκλωβισμός αυτός σε έναν παρελθόντα χρόνο οδηγεί αναπόφευκτα στον εγκλωβισμό και σε έναν ανύπαρκτο χώρο, με κωμικοτραγικά αποτελέσματα.

Στην απομόνωση

Μεταξύ των άλλων, οι ευρωπαϊκές ηγεσίες επιμένουν ότι η τιμωρητική τους πολιτική έναντι της Μόσχας για τη «ρωσική επιθετικότητα» στην Κριμαία και την Ουκρανία απομονώνει τη Ρωσία από την Ευρώπη. Μια απλή ματιά στον χάρτη αρκεί να δείξει τον παραλογισμό αυτής της άποψης. Και αν, εν πάση περιπτώσει, η στρατηγική αυτή θα είχε ίσως κάποιο νόημα πριν από μερικά χρόνια, σήμερα είναι απλώς κωμική. Αν, μάλιστα, σκεφτεί κανείς ότι η «απομόνωση» της Ρωσίας την ωθεί προς τη σύγκλιση με την Κίνα και τη δημιουργία ενός άξονα που, με την είσοδο της Ινδίας, τείνει να μετατραπεί σε τρίγωνο, τότε οι Ευρωπαίοι μοιάζουν ολοένα και περισσότερο με τους εκφωνητές του βρετανικού ραδιοφώνου, οι οποίοι στο παρελθόν, όταν κάποια κακοκαιρία έκλεινε τη ναυσιπλοΐα στα Στενά της Μάγχης, ανακοίνωναν φλεγματικά ότι η μητροπολιτική Ευρώπη απομονώθηκε από τη Βρετανία.

Οι δυτικοευρωπαϊκές ηγεσίες δείχνουν αδύναμες να καταλάβουν ότι η μικρή απόληξη της Ευρασίας που αυτοπροσδιορίζεται ως Ευρώπη πολύ απλά δεν θα μπορέσει να επιβιώσει επί μακρόν αν η υπόλοιπη Ευρασία ενοποιηθεί σε μια έστω και χαλαρή γεωπολιτική ένωση. Αντιθέτως, αγωνίζονται να επιτύχουν αυτή την ένωση ωθώντας τη Ρωσία προς την «απομόνωση», θεωρώντας, προφανώς, ότι όλος ο κόσμος είναι η Ευρώπη και στα υπόλοιπα σύνορα της απέραντης Ρωσίας υπάρχει το κενό.

Κι αν κάποιος φτάσει στο σημείο να αρνείται την ίδια τη γεωγραφία, είναι φυσικό κι επόμενο να έχει απωλέσει την επαφή και με άλλα, λιγότερο χειροπιαστά μεγέθη. Ένα από αυτά είναι η στρατιωτική ισχύς. Οι Ευρωπαίοι δείχνουν να πιστεύουν ότι έχουν τη στρατιωτική ικανότητα, χωρίς να κάνουν κάποια ουσιαστική προσπάθεια να αναδημιουργήσουν τα αποψιλωμένα έως εξαλείψεως στρατεύματά τους και αρνούμενοι να ενεργοποιήσουν την εν υπνώσει ευρωπαϊκή αμυντική και αεροδιαστημική βιομηχανία, να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τη διαρκώς ανερχόμενη ρωσική πολεμική μηχανή, με αποτέλεσμα να θέτουν ανέμελα τα θεμέλια για έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο στην Ευρασία. Έναν Ψυχρό Πόλεμο που ενδέχεται να είναι πολύ πιο επικίνδυνος από αυτόν που ζήσαμε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '90.

Επιπροσθέτως, η Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνει να είναι χαρούμενη που χάνει την πλούσια ρωσική αγορά, που επιδεινώνει την ενεργειακή της ανασφάλεια διά της εχθρότητας με τη Ρωσία, που ενισχύει, εμμέσως πλην αποφασιστικώς, την κινεζική βιομηχανία και την κινεζική πολεμική μηχανή, που χάνει τον έλεγχο των παγκόσμιων ροών του χρήματος. Κι όλα αυτά τα αποκαλεί «πολιτική πίεσης» έναντι της Μόσχας.

Εν κατακλείδι, η Ευρώπη δείχνει να έχει εγκλωβιστεί σε μια συλλογική φαντασίωγεωπολιτική ένωση. Αντιθέτως, αγωνίζονται να επιτύχουν αυτή την ένωση ωθώντας τη Ρωσία προς την «απομόνωση», θεωρώντας, προφανώς, ότι όλος ο κόσμος είναι η Ευρώπη και στα υπόλοιπα σύνορα της απέραντης Ρωσίας υπάρχει το κενό.

Κι αν κάποιος φτάσει στο σημείο να αρνείται την ίδια τη γεωγραφία, είναι φυσικό κι επόμενο να έχει απωλέσει την επαφή και με άλλα, λιγότερο χειροπιαστά μεγέθη. Ένα από αυτά είναι η στρατιωτική ισχύς. Οι Ευρωπαίοι δείχνουν να πιστεύουν ότι έχουν τη στρατιωτική ικανότητα, χωρίς να κάνουν κάποια ουσιαστική προσπάθεια να αναδημιουργήσουν τα αποψιλωμένα έως εξαλείψεως στρατεύματά τους και αρνούμενοι να ενεργοποιήσουν την εν υπνώσει ευρωπαϊκή αμυντική και αεροδιαστημική βιομηχανία, να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τη διαρκώς ανερχόμενη ρωσική πολεμική μηχανή, με αποτέλεσμα να θέτουν ανέμελα τα θεμέλια για έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο στην Ευρασία. Έναν Ψυχρό Πόλεμο που ενδέχεται να είναι πολύ πιο επικίνδυνος από αυτόν που ζήσαμε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '90.

Επιπροσθέτως, η Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνει να είναι χαρούμενη που χάνει την πλούσια ρωσική αγορά, που επιδεινώνει την ενεργειακή της ανασφάλεια διά της εχθρότητας με τη Ρωσία, που ενισχύει, εμμέσως πλην αποφασιστικώς, την κινεζική βιομηχανία και την κινεζική πολεμική μηχανή, που χάνει τον έλεγχο των παγκόσμιων ροών του χρήματος. Κι όλα αυτά τα αποκαλεί «πολιτική πίεσης» έναντι της Μόσχας.

Εν κατακλείδι, η Ευρώπη δείχνει να έχει εγκλωβιστεί σε μια συλλογική φαντασίωση με έντονα ψυχωσικά στοιχεία και χάνει και τα τελευταία υπολείμματα επαφής με την πραγματικότητα. Κι ενώ οι Ευρωπαίοι απομονώνονται από τον υπόλοιπο κόσμο, θεωρώντας ότι είναι ο κόσμος που απομονώνεται από αυτούς, η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα ιστορικό μεταίχμιο. Οι αυτοαποκαλούμενοι «ευρωπαϊστές» στο εσωτερικό της χώρας επιμένουν να υποστηρίζουν ότι πρέπει «πάση θυσία» να διατηρήσουμε την «ευρωπαϊκή μας προοπτική». Δηλαδή να εγκλωβιστούμε κι εμείς σε αυτό τον κόσμο, όπου η Ευρώπη είναι παντοδύναμη, πάμπλουτη, τεχνολογικά ισχυρή, ελέγχει τους πάντες και τα πάντα και θα κυριαρχεί και στο μέλλον. Αυτός είναι, φυσικά, ένας πολύ ωραίος κόσμος. Έχει όμως ένα μειονέκτημα. Δεν είναι πραγματικός.

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο εξοργιστική δεδομένου ότι η Ελλάδα, για να μπορέσει να παραμείνει σε αυτό τον εικονικό κόσμο, καλείται να πληρώσει ως ενοίκιο ακόμη περισσότερη φτώχεια, εξαθλίωση, έλλειψη προοπτικών και απαγόρευση ανάπτυξης της οικονομίας της. Μήπως, λοιπόν, θα πρέπει να αρχίσουμε σιγά σιγά να εξετάζουμε τον κόσμο γύρω μας έτσι ώστε να διακρίνουμε ποια είναι η φαντασιακή και ποια η... πραγματική πραγματικότητα και να δούμε πώς μπορούμε να σχεδιάσου¬με μια ρεαλιστική πορεία προς το μέλλον, βασισμένη στα πραγματικά δεδομένα και όχι στις επιθυμίες μας; Μια πορεία που θα εδράζεται στο παρόν και το μέλλον και όχι στο παρελθόν. 

* Διδάσκει το μάθημα ins Γεωηολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευεληίδων και Γεωγραφία ms Ασφάλειαε και των Αφοπλισμών στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών

Δημοσιεύτηκε στα ΕΠΙΚΑΙΡΑ τ.292

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.