Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Η μάταιη αναζήτηση του Άγιου Δισκοπότηρου της Οργάνωσης*


Του Γκι Φαρζέτ
(μετάφραση: Ν. Μάλλιαρης)

Υπάρχουν εποχές κατά τις οποίες μεγάλος αριθμός ατόμων αντιλαμβάνονται ότι είναι αναγκαία μια ριζική αλλαγή των κοινωνικών μηχανισμών. Μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες, όταν αυτή η τάση παίρνει το δρόμο της πολιτικής δράσης, η συμμετοχή στα κατεστημένα κόμματα αποκλείεται, καθώς αυτά είναι απλώς και μόνον οι ενοικιαστές του κρατικού μηχανισμού, που έχουν για σκοπό τους τη διαχείριση των τρεχουσών υποθέσεων. Τι είδους συνομαδώσεις, κατά συνέπεια, επιθυμούμε και προς ποιά κατεύθυνση να στραφούμε; Αυτό είναι το ερώτημα που αντιμετωπίζουμε εδώ και πάνω από σαράντα χρόνια.

1) Η απλότητα της διαύγειας

Τα άτομα που «στρατεύονται» σε μια υπόθεση πάσχουν σχεδόν πάντοτε, κατά την πρώτη περίοδο της στράτευσής τους, από έλλειψη της απαραίτητης αυτοανακλαστικής ικανότητας η οποία θα τους επέτρεπε να προσεγγίσουν με κριτική απόσταση το εγχείρημά τους. Αυτό που είναι όμως πιο εντυπωσιακό είναι ότι συνεχίζουν να διατηρούν σε ολόκληρη την πορεία του πολιτικού τους βίου αυτά τα μειονεκτήματα, δίνοντας την εντύπωση ότι θα τα αναπαράγουν σχεδόν εσαεί, λες και στο μεταξύ αυτές οι συνήθειες αποκρυσταλλώθηκαν με τρόπο μη αναστρέψιμο. Όπως είναι προφανές, αυτή η στάση παρουσιάζει έντονες αναλογίες με τον θρησκευτικό προσηλυτισμό.

Η προσπάθεια μας, από την άλλη πλευρά, μέσα από αυτό το δελτίο, βασίζεται σε δύο αρχές που ήρθαν, ευθύς εξ αρχής -και δίχως καταρχήν να το αντιλαμβανόμαστε- σε πλήρη ρήξη με το επαναλαμβανόμενο ρεπερτόριο των παραπάνω πολιτικών κύκλων. Οι εν λόγω αρχές βασίζονται σε μια στάση στοιχειώδους φρόνησης, η οποία δικαιολογείται από το εύρος του διακυβεύματος, και συνιστούν προϋπόθεση κάθε παρέμβασης στο πεδίο της πολιτικής και κοινωνικής σκέψης και πρακτικής.

Κανόνας πρώτος: να λαμβάνουμε υπόψη ότι το γεγονός πως ερχόμαστε σε επαφή με μια συγκεκριμένη ομάδα δε συνεπάγεται, σε καμία περίπτωση, και ότι εντασσόμαστε σε αυτήν. Πρόκειται για μια υπόθεση ιδιαίτερα σημαντική, για να την εμπιστευτούμε σε τυχαίες συναντήσεις και επαφές.

Στην πραγματικότητα είναι απαραίτητο να αποφύγουμε τους αστάθμητους παράγοντες αυτού του είδους και να γνωρίσουμε τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό πολιτικών ομάδων, προκειμένου να κάνουμε έναν συγκριτικό απολογισμό αυτού που είναι και αυτού στο οποίο τείνουν να μετατραπούν. Αυτή η έγνοια καθίσταται ακόμα πιο δικαιολογημένη αν αναλογιστούμε ότι κάθε συλλογικότητα μοιάζει, από πολλές απόψεις, με ένα καράβι που επιπλέει: αυτό που βλέπουμε αρχικά είναι τα κατάρτια του και οι εναλλασσόμενες κατευθύνσεις που παίρνουν χρειάζεται όμως κάποιος χρόνος για να εκτιμήσουμε τη φύση του έρματος που βρίσκεται στο βάθος των αμπαριών και το οποίο είναι αυτό που θα καθορίσει την πορεία του σκάφους κατά τις πιο κρίσιμες περιστάσεις, ανεξαρτήτως των επίσημων διακηρύξεων της οργάνωσης.

Κανόνας δεύτερος: να έχουμε πάντα κατά νου τι θα ήταν μια πλήρης ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων μέσα σε μια σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία.

Το εύρος αυτού του πολιτικού καθήκοντος είναι τέτοιο, ώστε κανένα γκρουπούσκουλο δε μπορεί να χρησιμεύσει ως σημείο εκκίνησης για μια τόσο ευρεία ιστορική αλλαγή, ενώ καμία θεωρία δεν μπορεί να παριστάνει ότι θα αποτελέσει την πηγή της μελλοντικής κοινωνίας. Πράγμα που συνεπάγεται ότι, αν πρέπει να φτιαχτεί ένα «κόμμα», προκειμένου να συνοδεύσει μια πρακτική μεταβολή προερχόμενη από την ίδια την κοινωνία -ένα «κόμμα» με την κλασική, προ του 20ού αιώνα, έννοια του όρου, ως συνομάδωση, δηλαδή, ανθρώπων που συνδέονται πάνω τη βάση μιας κοινής υπόθεσης και όχι ως μια δομή κυριαρχούμενη από κάποιο μηχανισμό, τότε αυτό θα πρέπει να αποτελείται από μια ζωντανή ομοσπονδία ποικίλων τάσεων που υποστηρίζουν μια τέτοια πολιτική αλλαγή.

Αυτά τα δύο σημεία αναφοράς επέτρεψαν, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, μια ψύχραιμη ανάλυση των γκρουπούσκουλων -διάφορων μεγεθών- που επιχειρούσαν τότε να υφαρπάξουν το πεδίο της κοινωνικής κριτικής. Γρήγορα αναγκαστήκαμε να διαπιστώσουμε, σε όλες τις ευκαιρίες που μας δόθηκαν, ότι κανένα από αυτά τα γκρουπούσκουλα δεν ήταν στο ύψος των περιστάσεων μιας κοινωνικής αλλαγής. Καθένα τους ήθελε να επιβληθεί στους ανταγωνιστές του, με τους οποίους δεν μπορούσε προκύψει ποτέ η παραμικρή σύγκλιση απόψεων. Ακόμα χειρότερα, πίσω από την πρόσοψη μιας ιδιαίτερης δημαγωγίας, όλα αυτά τα γκρουπούσκουλα ένιωθαν μια βαθύτατη περιφρόνηση για τις δημιουργικές και πάντοτε γεμάτες απρόοπτα τάσεις των κοινωνικών κινημάτων. Οι «θεωρητικές» αναφορές από τις οποίες γραπώνονται όλοι αυτοί οι άνθρωποι αποτελούν, εξαιτίας του σχηματικού τους χαρακτήρα, ένα είδος ελάχιστου «ευαγγελίου», το οποίο δεν τίθεται ποτέ υπό αμφισβήτηση. Τα άτομα, από την άλλη πλευρά, που δέχονταν να έρθουν σε επαφή με κάποια από αυτές τις ομάδες αντιμετωπίζονταν απλώς ως δυνάμει προσήλυτοι και μόνο ως τέτοιοι ενδιέφεραν την οργάνωση.

Αν το αποφασιστικό μας κριτήριο πρέπει να είναι το γενικό συμφέρον του συνολικού κινήματος που στοχεύει την υπέρβαση των υφιστάμενων κοινωνικών συνθηκών, τότε η προσπάθεια να μείνουμε έξω από αυτόν τον γενικευμένο σεχταρισμό αποτελεί δείγμα της πιο στοιχειώδους ορθοφροσύνης. Διότι μας επιτρέπει να αποκτούμε ανοσία απέναντι στους πνιγηρούς αυτοματισμούς που καθένα από αυτά τα γκρουπούσκουλα καλλιεργεί ως σημάδι πολιτικής καταξίωσης. Το τίμημα, ωστόσο, μιας τέτοιας διαυγούς στάσης δεν είναι αμελητέο: αυτομάτως γινόμαστε στόχος αμέτρητων επιθέσεων, δεδομένου ότι τα κόμματα και τα γκρουπούσκουλα περιχαράσσουν ό,τι έχει απομείνει από τον δημόσιο χώρο, όπως συμβαίνει σταθερά από τη δεκαετία του 1970.

Πέραν όμως αυτών των 35 χρόνων πολιτικής παρατήρησης, αναγκαστήκαμε να παραδεχτούμε και την πραγματοποίηση μιας σημαντικής μετάλλαξης αυτών των τύπων συνομάδωσης, οι οποίοι δεν κατάφεραν, από ένα σημείο κι έπειτα, να συνεχίσουν να αναπαράγονται υπό την ίδια μορφή. Ο σεχταρισμός, φυσικά, παραμένει η κεντρική πολιτική τους συμπεριφορά, μόνο που χωρίζεται πλέον σε δύο σαφώς διακριτά είδη.

2) Σταλινο-αριστερισμός και αφηρημένος ριζοσπαστισμός

Πρόκειται για τους δύο κυρίαρχους τύπους συμπεριφοράς των «πολιτικοποιημένων» ακτιβιστών σήμερα.

Υπάρχουν, καταρχάς, αυτοί που τοποθετούνται στην κληρονομιά της Γ' Διεθνούς: οι σταλινικοί των διάφορων ΚΚ που επιβιώνουν ακόμα, τα ποικίλα σταλινο-μαοϊκά υπολείμματα και η ζώνη των τροτσκιζόντων υποτελών που μιμείται τις μεθόδους των πρώτων, διατηρώντας, ωστόσο, μια επίφαση επιφανειακής αντιπολίτευσης (ενώ αντίστοιχα αντανακλαστικά ανέπτυξαν και όσοι πίστεψαν ότι ξέφυγαν από τα τροτσκιστικά αδιέξοδα βρίσκοντας καταφύγιο στη βολική θεωρία του «κρατικού καπιταλισμού» σχετικά με την κοινωνική φύση της ΕΣΣΔ). Όλοι τους είναι κληρονόμοι ορισμένων ιστορικών μαρξιστικών ρευμάτων αποκαλυψιακής τάσης, τα οποία κατά βάθος πιστεύουν ότι η καταστροφή είναι απαραίτητη για την έλευση του καινούργιου και γι' αυτό την αναζητούν ενστικτωδώς με κάθε δυνατό τρόπο, όποιες κι αν μπορεί, ενδεχομένως, να είναι οι ζοφερές συνέπειες για το κοινωνικό κίνημα. Παρ' όλο που, όπως είναι προφανές, ο κοινός κορμός που τους συνδέει κρύβεται πίσω από έναν πληθωρισμό ανεκδοτολογικού τύπου διαφορών, μια κριτική εξέταση του φαινομένου μας ωθεί να τους συγκεντρώσουμε κάτω από την εύγλωττη ονομασία του σταλινο-αριστερισμού.

Ορισμένες φορές η συμπεριφορά τους χαρακτηρίζεται από μια επιφανειακή αλλαγή πλεύσης, κινούμενη προς μια τάση μίμησης της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας. Ωστόσο, τα «μπολσεβίζοντα» αντανακλαστικά τους πάντοτε επανέρχονται, όπως το βλέπουμε στην περίπτωση ατόμων που ακολούθησαν πρακτικές εισοδισμού, σαν τον δημαγωγό Μελανσόν [1], για παράδειγμα. Ακόμα κι αν δεν στοιχειώνονται κάθε στιγμή από την επιθυμία εκκαθάρισης των πολιτικών τους αντιπάλων, είναι σίγουρο ότι αυτά τα αντανακλαστικά παραμένουν ακέραια, κατά κάποιον τρόπο σε εφεδρεία, έτοιμα να εκδηλωθούν με την πρώτη ευκαιρία [2]. Κάθε άτομο που διαφωνεί μαζί τους είναι ένα «κάθαρμα» που θα πρέπει κάποια μέρα να τουφεκιστεί.

Αυτή η ουρά του μπολσεβίκικου κομήτη έχει απολέσει τεράστιο κομμάτι της οργανωτικής της δύναμης, αλλά καταφέρνει ακόμα να βαραίνει με καταστροφικό τρόπο πάνω σε ό,τι παρουσιάζεται σήμερα ως «δημόσια συζήτηση», μέσω της επίκλησης ενός δικαιώματος ιδεολογικού βέτο, που το κυρίαρχο πολιτικώς ορθόν πάντοτε αναπαράγει και χρησιμοποιεί προς όφελός του.

Πέραν όμως αυτών των παρακμιακών επιβιώσεων, υπάρχει και ένας ακόμα άμορφος χώρος, στους κόλπους του οποίου η κονιορτοποί-ηση είναι κάπως μικρότερη και ο οποίος χαρακτηρίζεται από αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε αφηρημένο ριζοσπαστισμό. Τα άτομα που αποτελούν αυτόν τον χώρο εμφανίστηκαν κατά τη δεκαετία του 1960, έχοντας αντιληφθεί πόσο αναγκαία ήταν πλέον η αποστασιοποίηση από τα πιο καταστροφικά κουσούρια του σταλινο-αριστερισμού. Ωστόσο η σεχταριστική τους κουλτούρα συνοδεύεται από την απόλυτη οργανωτική αδυναμία [3]. Γι' αυτούς τους ανθρώπους η μελλοντική κοινωνία θα απέρρεε όχι από την «οργάνωσή» τους αλλά απευθείας από τη θεωρία τους. Οι ακατάσχετες λεκτικές τους χειρονομίες αποτελούν αντίβαρο στην πρακτική τους αδυναμία, την οποία πρέπει να προσποιούνται, ανά πάσα στιγμή, ότι αρνούνται. Η αριθμητική τους κλίμακα δεν ξεπερνά ποτέ την ακτίνα δράσης της στενής παρέας και του «κύκλου»[4].

Τόσο οι σταλινο-αριστεριστές όσο και οι θιασώτες αυτού του κούφιου «ριζοσπαστισμού» προσμένουν πάντοτε την έλευση ενός ιστορικού θαύματος, το οποίο θα διέγραφε δίχως την παραμικρή προσπάθεια όλα τα λάθη και τις απογοητεύσεις. Τους έχει στοιχειώσει η αναζήτηση ενός Άγιου Δισκοπότηρου: το ζήτημα της οργάνωσης, ένα «τεχνικό» ιδεώδες που θα μπορούσε, τελικά, να επιλύσει τα πάντα. Η λενινιστική πρακτική καμώνεται ότι το έχει βρει, οδηγώντας στο «σοβιετικό» ναυάγιο που γνωρίζουμε, ενώ οι πιο ιδεολογικοποιημένες εκδοχές του αφηρημένου ριζοσπαστισμού έχουν μετατρέψει σε εκδοτική τους ειδικότητα την υποτιθέμενη «επίλυσή» του, δίχως να έχουν ποτέ καταφέρει να στήσουν την παραμικρή πραγματική «οργάνωση».

Αυτά τα δύο, εντελώς απωθητικά, είδη πολιτικής συμπεριφοράς αρκούν για να εξηγήσουν γιατί οι όποιες αντιδράσεις εμφανίζονται μέσα στη σύγχρονη κοινωνία μπορούν να ξεφύγουν από τη γενικευμένη αδράνεια μόνο αν λάβουν τη μορφή όχι του κόμματος ή της οργάνωσης, αλλά της ανοιχτής συλλογικότητας, η οποία δεν μετατρέπεται σε αντι-κοινωνία5 και διατηρεί, έτσι, επαφή με τις κοινωνικές διεργασίες. Αυτός ο τύπος πολιτικής συμπεριφοράς δεν αποτελεί, σε καμία περίπτωση, εγγύηση απέναντι στα συντριπτικά μειονεκτήματα των πολιτικών οργανώσεων και των γκρουπουσκούλων που προσπαθούν διαρκώς να την καπελώσουν και να την εκμεταλλευτούν. Δεν είναι τυχαίο, υπό αυτήν την έννοια, ότι οι πολιτικοί μηχανισμοί προσπαθούν τακτικά να δημιουργήσουν για λογαριασμό τους τέτοιου είδους παραβάν-δορυφόρους, προκειμένου να μετριάσουν την καταστροφική εντύπωση που δίνουν.

Αντίθετα με ό,τι υποστηρίζουν οι θριαμβικού τύπου κατηχήσεις, δεν υπάρχει γενική λύση στο «ζήτημα της οργάνωσης». Τελικά μόνο μέσα σε συγκεκριμένες καταστάσεις και βάσει του επιδιωκόμενου κάθε φορά σκοπού μπορούμε να δώσουμε πρακτική λύση σε αυτό το πρόβλημα. Η εξειδικευμένη θεματική του «ζητήματος της οργάνωσης» είναι απαραίτητη μόνο σε αυτούς που προσπαθούν να στήσουν μια νέα εξουσία και, ως τέτοια, δεν μπορεί να μας δώσει καμία λύση που να μπορούμε να υπερασπιστούμε σε πολιτικό επίπεδο. Αν ο στοχασμός πάνω στον τρόπο «οργάνωσης» χρησιμεύει σε κάτι, αυτό έγκειται στο ότι μας επιτρέπει να εντοπίσουμε τα λάθη που πρέπει να αποφεύγουμε.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* G. Fargette, « Le Graal illusoire de l'Organisation », Le Crépuscule du XXème siede, τ. 23-24, Νοέμβριος 2011.

[1]. Σ.τ.μ.: Jean-Luc Mélenchon, γάλλος πολιτικός, πρώην μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος (με το οποίο χρημάτισε και υπουργός την περίοδο 2000-2002), ο οποίος έφυγε από το Κόμμα, το 2008, για να προσχωρήσει στο Κόμμα της Αριστεράς, που συμμετέχει στον συνασπισμό Μέτωπο της Αριστεράς (Front de Gauche), με τον οποίο και κατέβηκε υποψήφιος για Πρόεδρος, στις εκλογές του 2012, βγαίνοντας τέταρτος, με ποσοστό περίπου 11%. Μιλώντας για «εισοδισμό», ο Γκ. Φ. αναφέρεται στο παρελθόν του Μελανσόν, όταν ο τελευταίος αποχώρησε από την τροτσκιστική «Κομουνιστική Διεθνιστική Οργάνωση» της οποίας ήταν στέλεχος, και προσχώρησε, το 1977, στο Σοσιαλιστικό Κόμμα.

[2]. Πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμα και τα μικροσκοπικά «μαρξιστικά» ρεύματα των κληρονόμων της αντιπολίτευσης της δεκαετίας του '20 στη μοσχοβίτικη Γ' Διεθνή (όπως οι «συμβουλιακοί κομουνιστές») τείνουν να υιοθετούν τα πάγια μειονεκτήματα του σταλινο-αριστερισμού, ακόμα και τις σπάνιες φορές που βγαίνουν από τα όρια μιας πλατωνικού τύπου ανάλυσης και προσπαθούν να έχουν επαφή με κάποιου είδους πρακτική δραστηριότητα.

[3]. Οι καταστασιακοί ενσαρκώνουν με τον πιο συστηματικό τρόπο αυτά τα μειονεκτήματα, παρ' όλο που εδώ και κάποιον καιρό τους ανταγωνίζονται με αξιώσεις διάφορες φοντα-μενταλιστικές αντιδημοκρατικές θεωρίες, που έχουν ως σημείο αναφοράς έναν ολοένα και πιο ερμητικό μαρξισμό, οχυρωμένο πίσω από μια προχειροφτιαγμένη μεταφυσική περί ενός «κομμουνισμού» που ορθώνεται απέναντι και ενάντια στα πάντα (Σ.τ.μ.: για το ελληνικό αντίστοιχο αυτών των τάσεων, βλ. το περιοδικό Blaumachen, του οποίου η θεωρία για τον «κομμουνισμό» και τη «δημοκρατία» συνιστά μεταγραφή της αντίστοιχης θεωρίας γαλλικών ομάδων όπως η Théorie Communiste).

[4]. Οι λίγες γκρουπουσκουλοειδείς αναρχικές επιβιώσεις που αναπαράγουν τις απαρχαιωμένες συνήθειες αυτής της παράδοσης του 19ου αιώνα, δεν εντάσσονται σε αυτήν την κατηγορία, παρ' όλο που η σημερινή συμπεριφορά της γαλλικής CNT, που επικαλείται τον επαναστατικό συνδικαλισμό της προ του 1914 περιόδου παρά τον αναρχο-συνδικαλισμό, υιοθετεί πολλά από τα μειονεκτήματα του σύγχρονου αριστερισμού. Το ίδιο ισχύει και για ορισμένες «ελευ-θεριακές» ομάδες οι οποίες έχουν προσπαθήσει να αντιγράψουν τις αριστερίστικες πρακτικές, συμπεριλαμβανομένης και μιας «τακτικής» συμμετοχής στις εκλογές. 5. Σ.τ.μ.: Σε μια μικρο-κοινωνία, δηλαδή, η οποία ανταγωνίζεται την κοινωνία.

Πηγή:"ΠΡΟΤΑΓΜΑ" ΙΟΥΝΙΟΣ 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.