«Γιατί είπε το “ΟΧΙ” ο Μεταξάς, αφού θαύμαζε τον άξονα και κυβερνούσε με τον τρόπο του χιτλερικού εθνικοσοσιαλισμού;» αναρωτιόταν ο Μάνος Χατζιδάκις, σε μια από τις ραδιοφωνικές του εκπομπές. Και ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα έδινε μόνος του την απάντηση: «Αυτά είναι λίγο πολύ γνωστά… Oι πιέσεις, οι Αγγλοι, τα ανάκτορα κτλ. Μπορεί κανείς να ερωτηθεί και αν λέγαμε ΝΑΙ; Πάλι στα ίδια θα ήμασταν. Ενα-δυο χρόνια υπό συμμαχική επιστασία –μήπως δεν είμαστε πέντε και δέκα χρόνια κάτω από αυτούς;– κι ύστερα μες στη συμμαχία και τέλος στην ευρωπαϊκή κοινότητα». Ο ανυπόμονος ακροατής ίσως να διέκρινε στα λόγια του μεγάλου μουσικοσυνθέτη μια αντεστραμμένη θεωρία των δύο άκρων, όπου η καταδίκη των συμμάχων μπορεί να οδηγήσει και σε μια επικίνδυνη ηθική απενοχοποίηση όσων συνεργάστηκαν με τους κατακτητές –σαν αυτή που επιχειρούν εδώ και δεκαετίες οι γνωστοί αναθεωρητές της ελληνικής και ευρωπαϊκής ιστορίας.
Ο Χατζιδάκις όμως έσπευδε αμέσως να διαλύσει τέτοιου είδους παρερμηνείες. «Ασε», έλεγε, «και εκείνη τη μεταπολεμική ψευδαίσθηση που μας την καλλιεργούσαν και οι πρώτες μεταπολεμικές κυβερνήσεις μας, ότι ήμασταν οι πρωταγωνιστές του πολέμου, οι περιούσιοι των συμμάχων. Πιστεύαμε στο τέλος, σαν τον Καραγκιόζη, πως εμείς σκοτώσαμε τον κατηραμένο όφι. Μεθύσαμε από δόξα, που μόνοι μας χαρίσαμε στους εαυτούς μας.





