Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

Κατοχικές διατάξεις υπερασπίζεται το non paper της κυβέρνησης για το κίνημα κατά των πλειστηριασμών

Ανακοίνωση

Με non paper 10 σημείων από κυβερνητικούς κύκλους, επιχειρεί να απαντήσει η ελληνόφωνη κυβέρνηση στο διογκούμενο κίνημα κατά των πλειστηριασμών, που αγκαλιάζεται μέρα με την μέρα από όλο και περισσότερους πολίτες. Ο πανικός της μπροστά στην ολοένα και πιο δυναμική αντίσταση στα Ειρηνοδικεία όλης της χώρας, εκεί που πάνοπλα τα κόκκινα ΜΑΤ επιστρατεύτηκαν να διαλύσουν το κίνημα αλλά δεν τα κατάφεραν, την οδηγούν τώρα στο προσφιλές της άθλημα. Αυτό της χυδαίας προπαγάνδας, που μοναδικό σκοπό έχει την συνειδητή διαστροφή της πραγματικότητας, το ασύστολο ψεύδος και τον έντεχνο αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης.

Με το non paper η κυβέρνηση χρίζεται επάξια ως πρωταθλήτρια της προδοσίας. Ποιός μπορεί να ξεχάσει την καπηλεία του συνθήματος «Κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη» από τον ίδιο τον σημερινό πρωθυπουργό, όταν βρισκόταν στην αντιπολίτευση. Δίκαια επίσης, αυτή η κυβέρνηση βρίσκεται στην πρωτοπορία της ανήθικης προσπάθειας εκ νέου ενοχοποίησης του ελληνικού λαού, δημιουργίας διχασμών στο κοινωνικό σώμα και ενεργοποίησης του κοινωνικού αυτοματισμού, του «διαίρει και βασίλευε.»

Σε ένα πράγμα συμφωνούμε απόλυτα με το non paper. Ότι οι πολίτες έχουν και γνώση και κρίση. Γνωρίζουν πλέον συνειδητά, ότι δεν διαβιούν σε ευνομούμενη πολιτεία, γιατί η πατρίδα μας βρίσκεται υπό κατοχή. Υπό την άσκηση δηλαδή φυσικής εξουσίας από την τετραμερή θεσμική πλέον παρουσία των σύγχρονων κατακτητών, οι οποίοι με την αμέριστη και υποτελή συνεργασία των δωσίλογων δεξιών και αριστερών κυβερνήσεων έχουν καταλύσει κάθε συνταγματική εγγύηση για την δικαστική προστασία, τη δίκαιη κατανομή φορολογικών βαρών, την προστασία της ιδιοκτησίας, της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας, της εργασίας και των κοινωνικών αγαθών της υγείας και της παιδείας στην χώρα μας.

Όνειρα φθινοπωρινής νυκτός...


Του Γιάννη Μακριδάκη

Κάναμε και την αντιφασιστική μας διαδήλωση απόψε, κατέβηκα κι εγώ από την εμπόλεμη ζώνη όπου ζω τον τελευταίο καιρό, και έδωσα το παρών στην κεντρική πλατεία της πόλης. Μαζεύτηκε αρκετός κόσμος, διάβασαν και τις ανακοινώσεις τους καμιά δεκαριά συνδικαλιστικοί φορείς και σωματεία, έφτιαξαν και μοίρασαν χαλβά τα παιδιά της κοινωνικής κουζίνας, έγινε και μια μικρή συναυλία στο τέλος. Τόση αστυνομία είχα να δω από τότε που έμενα στα Εξάρχεια, και τόσα ΜΑΤ στη Χίο δεν είχα ξαναδεί ποτέ.

Ο φίλος μου ο Στέλιος ο τυπογράφος είχε εκτυπώσει ένα άρθρο μου και το μοιράζαμε στους περαστικούς. Έδωσα κάποια φυλλάδια και σε μια παρέα γνωστών “ζόρικων παιδιών”, που ήταν συναγμένοι και παρακολουθούσαν από μακριά την εκδήλωση. Τους πλησίασα ήρεμα και τους είπα καλησπέρα παιδιά, πάρτε να διαβάσετε μερικές μαρτυρίες χιωτών που πήγαν πρόσφυγες στη μέση ανατολή το σαράντα. Ο ένας από αυτούς, το πρωτοπαλίκαρο, μού είπε με ύφος προσποιητά απότομο “δεν μας ενδιαφέρει”. 

Εγώ επέμεινα και έδωσα τα φυλλάδια στο χέρι ενός άλλου πλάι του. Αυτός τα κράτησε και μου είπε ευχαριστώ. Μια από τις καμπόσες γυναίκες της παρέας άρχισε τότε να γυρνάει γύρω από τον εαυτό της, να τινάζει δεξιά κι αριστερά τα χέρια της εκνευρισμένη και να φωνάζει “τι θέλει να μας πει τώρα αυτός (εγώ), ότι είναι οι Έλληνες ίδιοι με αυτούς εδώ;” Έφυγα τότε από κοντά τους, ενώ η παρέα της προσπαθούσαν να την ηρεμήσουν, δεν ξέρω τι απόκαναν, αν διάβασαν τίποτα από τα φυλλάδια, εγώ πάντως το χρέος μου το έκανα, διότι πάντοτε πρέπει να δίνεις την ευκαιρία στον κάθε άνθρωπο να δει κάτι που δεν έχει δει, να μάθει κάτι που δεν ξέρει, να γίνει καλύτερος άνθρωπος μέσα από την ανθρώπινη επικοινωνία, την κουβέντα και την κυκλοφορία της γνώσης και δη της ιστορικής, η κατάκτηση της οποίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να πάει η ανθρωπότητα παρακάτω δίχως άλλους πολέμους και βία.