Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

Επιταχύνεται η διαδικασία συγκέντρωσης της αγροτικής γης


Γράφει ο Στωικός

Το 3,3% των μεγάλων αγροτικών νοικοκυριών (με ιδιοκτησία πάνω από 250 στρέμματα) κατείχε το 2010 το 31,2% της αγροτικής γης της χώρας, ενώ το υπόλοιπο 96,7% το 68,8%.

Τα στοιχεία αυτά είναι εντυπωσιακά, αν λάβουμε υπόψη ότι δέκα χρόνια πριν, το 2000, το 2,3% των μεγάλων αγροτικών νοικοκυριών με ιδιοκτησία πάνω από 250 στρέμματα, κατείχε το 24,6% της αγροτικής γης και το υπόλοιπο 97,7%( με ιδιοκτησία κάτω από 250 στρέμματα) το 75,4% της γης.

Μέσα δηλαδή στη δεκαετία 2000 – 2010, οι μεγάλες αγροτικές εκμεταλλεύσεις αυξήθηκαν κατά 1% και η ιδιοκτησία τους στην αγροτική γη, σημείωσε αύξηση 6,6%.

Η συγκέντρωση της καλλιεργούμενης γης στα χέρια λίγων μεγάλων αγροτικών εκμεταλλεύσεων, είναι αποτέλεσμα τόσο της εφαρμογής της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ή οποία ευνοεί προκλητικά την καπιταλιστική ανάπτυξη της γεωργίας σε βάρος της μικρής καλλιέργειας, όσο και της αθρόας προσέλευσης ξένων μεταναστών στην ελληνική επαρχία. Τα χαμηλά μεροκάματα των εργατών γης σε συνδυασμό με την μεγάλη προσφορά εργασίας, επιταχύνουν την ταξική διαφοροποίηση στον πρωτογενή τομέα της οικονομίας. Σε πάρα πολλές περιπτώσεις, έχουμε την κλασσική περίπτωση της καπιταλιστικής επιχείρησης, όπου ο εργοδότης – αγρότης, προσλαμβάνει με το μήνα ένα αριθμό εργατών γης. Στις περιπτώσεις αυτές η αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας δεν έχει ευκαιριακό χαρακτήρα, αλλά παίρνει μόνιμα και σταθερά χαρακτηριστικά. Η εδραίωση του καπιταλισμού στη γεωργία, δεν θα ήταν τόσο γρήγορη και τόσο στέρεα, αν δεν υπήρχαν οι χιλιάδες μετανάστες, οι οποίοι με την εργασία τους σε καθημερινή βάση, αναπαράγουν το σύνολο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και στην ύπαιθρο.

Επικίνδυνο σχέδιο της Αθήνας που ξεπερνά τα όρια της άγνοιας κινδύνου


Το σκηνικό το οποίο πορεύεται η χώρα τις τελευταίες ημέρες έχει ξεπεράσει τα όρια της άγνοιας κινδύνου από την παρούσα κυβέρνηση και έχει εισέλθει σε μια πορεία βλακώδους καταστροφής.

Οι παλινωδίες που βασίζονται στην ανώριμη και ουτοπική στρατηγική της εσκεμμένης ασάφειας από την ελληνική κυβέρνηση, έναντι των εταίρων, έχει στην κυριολεξία κονιορτοποιήσει το οποιοδήποτε ψήγμα αξιοπιστίας είχε καταφέρει η χώρα και ο λαός της, με αβάστακτες θυσίες να ανακτήσουν τα τελευταία χρόνια.

Η καταστροφή έχει βάλει ήδη το ένα της πόδι μέσα από την πόρτα και βρίσκεται πλέον σε πορεία ολοκληρωτικής εισόδου.
Μιλώντας κανείς με σοβαρά πρόσωπα διεθνώς λαμβάνει μηνύματα και πληροφορίες που προκαλούν απλά ανατριχίλα.

Σε μια από τις σημαντικότερες κοιτίδες της διεθνούς οικονομίας τη Νέα Υόρκη, σοβαροί οικονομικοί παράγοντες είναι πλέον πεπεισμένοι ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι μια ομάδα ακραίων αριστερών που οδηγούν με ταχύτατους ρυθμούς τη χώρα στα βράχια. Αυτή τη στιγμή έχουν στρέψει όλη τους την προσοχή στο τι θα πράξει η ελληνική κυβέρνηση στις 9 Απριλίου όταν θα πρέπει να ικανοποιήσουν πέρα από τις μεγάλες εσωτερικές ανάγκες, τη δόση ύψους 448 εκατομμυρίων ευρώ προς το ΔΝΤ.

Ψύχωση, τρέλλα, πολιτισμός και ο Λούπιτς


Το πρόσφατο δραματικό συμβάν της (όπως διαφαίνεται) εσκεμμένης ρήψης του αεροπλάνου από τον συγκυβερνήτη Λούπιτς μας συγκλόνισε και προκάλεσε ρίγη για τον άτυχο θάνατο τόσων ανθρώπων. Εκτός των άλλων έβγαλε στο φως ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό της σημερινής κοινωνίας όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει παρόμοια γεγονότα με διαφορετικές πολιτισμικές αναφορές. Το κλασσικό μοτίβο ”λευκός δολοφόνος=τρελλός, μουσουλμάνος δολοφόνος=τρομοκράτης” αν και ταίριαζε απόλυτα στην διαχείριση από τα ΜΜΕ της περίπτωσης Μπρέιβικ, εδώ αποτελεί ένα στοιχείο ανεπαρκές από μόνο του, αλλά από το οποίο μπορούμε να αντλήσουμε κάτι άλλο. (Ο Μπρέιβικ ήταν όντως ένας τρομοκράτης. Η περίπτωση του Λούπιτς όμως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί τρομοκρατική, μιας και ”τρομοκράτης” είναι κάποιος του οποίου οι ενέργειες του αποσκοπούν στο να διεγείρει συγκεκριμένες αντιδράσεις για πολιτικούς λόγους).

Το αξιοσημείωτο εδώ δεν είναι το γιατί αποκαλούμε τον Λούπιτς ψυχοπαθή και όχι τρομοκράτη (γιατί όντως μάλλον ψυχοπαθής θα ήταν). Δεν είναι ούτε στο γιατί αποδίδουμε στον μουσουλμάνο τρομοκράτη πολιτισμικά χαρακτηριστικά, αλλά το αντίθετο: το αξιοσημείωτο είναι ότι αποδίδουμε στον μουσουλμανικό πολιτισμό τρομοκρατικά χαρακτηριστικά ή χαρακτηριστικά βαρβαρότητας και οπισθοδρόμισης, αλλά δεν αποδίδουμε στον ”δυτικό” πολιτισμό ψυχωτικά χαρακτηριστικά. Με λίγα λόγια, αν τον χαρακτήρα του μουσουλμάνου τρομοκράτη που δεν ανέχεται την ελευθερία του λόγου τον ανάγουμε  στην κουλτούρα του, τότε γιατί δεν πράττουμε παρόμοια σε άλλες εκφάνσεις βίας;